Ψηφιακά αγαθά ως αντικείμενο κατάσχεσης - Η ΕιρΑμαρ 389/2016

Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα είναι η απόφαση ΕιρΑμαρ 389/2016, η οποία αφορά κατάσχεση παιχνιδιού Η/Υ και του τίτλου αυτού. Καταδεικνύει την οικονομική σημασία που μπορεί να έχουν τα ψηφιακά άυλα αγαθά και τα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας στη σύγχρονη οικονομία. Mπορούν να αποτελέσουν ελκυστικό αντικείμενο κατάσχεσης για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων. Στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο διέταξε την κατάσχεση του περιουσιακού δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας που απορρέει από παιχνίδι Η/Υ, ως έργου αποτελούμενου από software και οπτικοακουστικό περιεχόμενο, και την κατάσχεση του δικαιώματος επί του τίτλου του παιχνιδιού, ως διακριτικού γνωρίσματος του ουσιαστικού συστήματος. Την υπόθεση εκ μέρους του αιτούντα χειρίστηκε ο γράφων από κοινού με τον δικηγόρο Αθηνών, Αριστείδη Παπαθανασίου.

Το κείμενο της απόφασης έχει ως εξής:

"Σύμφωνα με το άρθρο 1022 ΚΠολΔ «κατάσχεση μπορεί να γίνει σε περιουσιακά δικαιώματα εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, τα οποία δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο κατάσχεσης κατά τη διαδικασία των άρθρων 953 παρ. 1 και 2, 982 και 991, ιδίως σε δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, ευρεσιτεχνίας, εκμετάλλευσης κινηματογραφικών ταινιών, σε απαιτήσεις κατά τρίτων εξαρτώμενες από αντιπαροχή, εφ’ όσον κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου επιτρέπεται η μεταβίβαση αυτών των δικαιωμάτων». Για την εφαρμογή της ως άνω διάταξης απαιτείται η συνδρομή των ακόλουθων προϋποθέσεων: α) το αντικείμενο της εκτέλεσης να είναι περιουσιακό δικαίωμα του οφειλέτη β) το περιουσιακό δικαίωμα να μην είναι δεκτικό κατάσχεσης κατά τις διατάξεις των άρθρων 953 επ. (κατάσχεση κινητής περιουσίας του οφειλέτη,  982 επ. (κατάσχεση σε χέρια τρίτου) και 992 επ. ΚΠολΔ (κατάσχεση ακινήτων κλπ), γ) να επιτρέπεται η μεταβίβαση του δικαιώματος σύμφωνα με τους ορισμούς του ουσιαστικού δικαίου. Συνεπώς, στη ρύθμιση των άρθρων 1022 επ. ΚΠολΔ υπάγεται οποιοδήποτε περιουσιακής φύσης δικαίωμα, εφ’ όσον αποτελεί ή είναι δυνατόν να αποτελέσει αντικείμενο ιδιωτικών συναλλαγών και ως εκ τούτου έχει χρηματική αξία. Η σχετική δίκη (για την κατάσχεση ειδικών περιουσιακών στοιχείων) αποτελεί δίκη περί την εκτέλεση. Η παρέμβαση του δικαστηρίου γίνεται πριν από την κατάσχεση, δηλαδή πριν από την έναρξη της κύριας διαδικασίας, εφ’ όσον όμως προηγήθηκε η προδικασία της αναγκαστικής κατάσχεσης. Έτσι ο αιτών νομιμοποιείται ενεργητικά, αν είναι δανειστής ορισμένης χρηματικής απαίτησης, είναι εφοδιασμένος με εκτελεστό τίτλο γι’ αυτή και έχει κοινοποιήσει επιταγή προς πληρωμή προς τον νομιμοποιούμενο παθητικά καθού η εκτέλεση, ο οποίος πρέπει με τη σειρά του να είναι ο δικαιούχος του περιουσιακού δικαιώματος, του οποίου ζητείται η κατάσχεση (Β. Βαθρακοκοίλη, άρθρο 1023 αρ. 1,3, Τόμος ΣΤ’, σελ. 584, ΕφΘεσσ 78/2000, ΕΠΙΣΚΕΜΠΔ 2000, 700).

Στην προκειμένη περίπτωση με την υπό κρίση [...] αίτησή του ο αιτών ζητεί για τους λόγους που ειδικότερα εκθέτει σε αυτή, να διαταχθεί η κατάσχεση του περιουσιακού δικαιώματος της πρώτης καθής εταιρείας που απορρέει από το αναφερόμενο συλλογικό έργο – παιχνίδι ηλεκτρονικού υπολογιστή, καθώς και του δικαιώματος βιομηχανικής ιδιοκτησίας της καθής εταιρείας επί του διακριτικού γνωρίσματος αυτού και να διαταχθεί η μεταβίβαση σε αυτόν (αιτούντα) με συμψηφισμό χρηματικής απαίτησης του εναντίον της καθής ύψους 70.379,28 ευρώ, που του επιδικάστηκε με την υπ’ αριθ. [...] απόφαση του Πολύμ. Πρωτ. Αθηνών, η οποία έχει καταστεί τελεσίδικη. Ζητεί, επίσης, να υποχρεωθεί η καθ’ ης να του παραδώσει υλικό φορέα που ενσωματώνει όλο το ψηφιακό υλικό που είναι απαραίτητο για την λειτουργία και εκμετάλλευση του παιχνιδιού, όπως και τα έγγραφα που ενσωματώνουν τις αναφερόμενες στην αίτηση συμφωνίες παροχής άδειας εκμετάλλευσης προς τις αναφερόμενες εταιρείες και σε περίπτωση άρνησης παράδοσής τους να απειληθεί χρηματική ποινή σε βάρος της πρώτης καθής ύψους 50.000 ευρώ και προσωπική κράτηση κατά του δευτέρου νομίμου εκπροσώπου της διάρκειας ενός έτους.

Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η αίτηση αρμόδια και παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου κατά τις διατάξεις της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 25 παρ. 2, 22, 1023 παρ. 1, 741 ΚΠολΔ) και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις προαναφερθείσες διατάξεις, καθώς και σε αυτές των άρθρων 746, 941, 946, 1022 επ. ΚΠολΔ. Πρέπει επομένως να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν. Πρέπει δε στο σημείο αυτό να επισημανθεί ότι η απεύθυνση της αίτησης κατά των καθών και η κοινοποίηση προς αυτούς επικυρωμένου αντιγράφου με κλήση προς συζήτηση, δεν καθιστά τους τελευταίους άνευ ετέρου διαδίκους, αφού για να καταστούν τέτοιοι, απαιτείται είτε κλήτευση αυτών με διαταγή του δικαστηρίου είτε η άσκηση εκ μέρους τους κύριας παρέμβασης, ενώ η απλή επισημείωση με την κοινοποίηση στον προσδιορισμό της δικασίμου δεν αναπληρώνει την ελλείπουσα διαταγή του Δικαστηρίου. Άλλωστε, είναι συγκεκριμένοι οι τρόποι με τους οποίους προσλαμβάνεται στην εκουσία δικαιοδοσία η ιδιότητα του διαδίκου και αυτοί είναι οι ακόλουθοι: α) με την υποβολή της αίτησης για την εκδίκαση ορισμένης υπόθεσης της εκουσίας δικαιοδοσίας β) με την κλήτευση τρίτων στη διαδικασία, κατόπιν διαταγής του αρμόδιου δικαστηρίου γ) με την προσεπίκληση τρίτων κατόπιν πρωτοβουλίας του διαδίκου ή αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 753 ΚΠολΔ), δ) με την άσκηση κύριας ή πρόσθετης παρέμβασης ε) με την άσκηση τριτανακοπής κατά τα άρθρα 773, 583 επ. ΚΠολΔ (ΑΠ 646/1975, ΝοΒ 24-50, ΕφΑθ 341/1991 Δ22-847, ΕφΑθ 10018/1986 ΝοΒ 35-551, ΕφΘεσσ 1969/1986 Αρμ 40-808). Συνεπώς εν προκειμένω οι καθών δεν κατέστησαν διάδικοι, αφού, αν και εμφανίστηκαν στο ακροατήριο, δεν άσκησαν παρέμβαση. Από την εκτίμηση της ανωμοτί εξέτασης του αιτούντος στο ακροατήριο, που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου και όλων των εγγράφων που νόμιμα προσκομίζει και επικαλείται ο αιτών, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Η πρώτη καθής εταιρεία με την επωνυμία  «...» και τον διακριτικό τίτλο «....», νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας είναι ο δεύτερος καθού η αίτηση , [...], είναι εταιρεία παραγωγής του παιχνιδιού ηλεκτρονικού υπολογιστή (video game) με τον τίτλο «...», το οποίο κυκλοφόρησε στην αγορά το 2009. Το εν λόγω παιχνίδι προορίζεται να παίζεται μέσω του διαδικτύου και αποτελεί πρωτότυπο συλλογικό έργο πνευματικής ιδιοκτησίας, διττής φύσης, αφού συγκεντρώνει χαρακτηριστικά οπτικοακουστικού έργου και προγράμματος ηλεκτρονικού υπολογιστή. Η νομική φύση του συγκεκριμένου παιχνιδιού, ως συλλογικού έργου με την έννοια του δικαίου πνευματικής ιδιοκτησίας, έχει ως συνέπεια ότι από αυτό απορρέει περιουσιακό δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας, το οποίο είναι μεταβιβαστό. Η καθ’ ης, ως παραγωγός του παιχνιδιού, έχοντας συνάψει συμβάσεις με τους συντελεστές του – δημιουργούς των επιμέρους συμβολών, έχει αποκτήσει συμβατικά το δικαίωμα εκμετάλλευσής του και είναι ο αποκλειστικός δικαιούχος του περιουσιακού δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας , που απορρέει από αυτό. Επί των υλικών φορέων που ενσωματώνουν το επίδικο συλλογικό έργο η καθής εταιρεία αναφέρεται ως αποκλειστικός δικαιούχος του περιουσιακού δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας που απορρέει από αυτό. Η αναφορά αυτή επί του υλικού φορέα παράγει τεκμήριο υπέρ της ιδιότητάς της ως δικαιούχου του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 2 ν. 2121/1993. Το ως άνω παιχνίδι ηλεκτρονικού υπολογιστή φέρει τον τίτλο «...». Ο τίτλος αυτός αποτελεί διακριτικό γνώρισμα του ουσιαστικού συστήματος σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ. 1 ν. 146/1914 και διακρίνει το συγκεκριμένο παιχνίδι Η/Υ – προϊόν της καθής, απορρέει δε από αυτό απόλυτο και αποκλειστικό δικαίωμα βιομηχανικής ιδιοκτησίας, το οποίο είναι μεταβιβαστό. Φορέας του δικαιώματος είναι η καθής εταιρεία, αφού έκανε χρήση του διακριτικού γνωρίσματος στις συναλλαγές από την κυκλοφορία και εμπορική εκμετάλλευση του παιχνιδιού Η/Υ τον Φεβρουάριο του 2009. Εξάλλου η καθής είχε καταχωρίσει την ένδειξη «...» ως κοινοτικό σήμα ήδη από τις 11.06.2003, καταχώριση που έληξε χωρίς να ανανεωθεί. Ως τίτλος το συγκεκριμένο διακριτικό γνώρισμα έχει χαρακτήρα παρεπόμενο του προϊόντος που διακρίνει. Επομένως, για να επιτευχθεί η αξιοποίηση του δικαιώματος του οποίου ζητείται η κατάσχεση και απορρέει από το ανωτέρω παιχνίδι Η/Υ της καθής, είναι απαραίτητη και η κατάσχεση του δικαιώματος βιομηχανικής ιδιοκτησίας επί του τίτλου του παιχνιδιού «...». Ακολούθως αποδείχθηκε ότι η καθής εταιρεία έπαυσε την αυτοπρόσωπη εκμετάλλευση του επίδικου παιχνιδιού Η/Υ στις 15.11.2012 και τελευταία ήλθε σε συμφωνία με δύο διαφορετικές αλλοδαπές εταιρείες για την παραχώρηση άδειας εκμετάλλευσης του παιχνιδιού. Ειδικότερα η εταιρεία με την επωνυμία "...", που έχει έδρα το Παρίσι, σε δημοσίευση που έκανε στην ιστοσελίδα της [...], στις 02.02.2016 ανακοίνωσε ότι υπέγραψε άδεια εκμετάλλευσης με την καθής εταιρεία με αντικείμενο την επανακυκλοφορία του επίδικου παιχνιδιού με νέο τίτλο τον «...». Η επανακυκλοφορία έλαβε χώρα στις 29.06.2016. Αντιστοίχως, την 01.03.2016 στην ιστοσελίδα [...] δημοσιεύθηκε η είδηση ότι η εταιρεία με την επωνυμία «...» με έδρα το Οντάριο του Καναδά, ανακοίνωσε τη σύναψη με την καθής σύμβασης παραχώρησης άδειας εκμετάλλευσης του επίδικου παιχνιδιού Η/Υ, το οποίο θα επανακυκλοφορήσει τροποποιημένο με τον τίτλο «...». Η εν λόγω εταιρεία εκμεταλλεύεται ήδη το «...» προσφέροντάς το προς καταφόρτωση από την ιστοσελίδα της «...».

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι δυνάμει της υπ. αριθ. [...] απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήμα Εμπορικού Δικαίου), η οποία έχει καταστεί τελεσίδικη, υποχρεώθηκε η καθής εταιρεία να καταβάλει στον αιτούντα το ποσό των 53.112,28 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Επικυρωμένο φωτοτυπικό αντίγραφο από το πρώτο (α’) εκτελεστό απόγραφο της ως άνω απόφασης επέδωσε ο αιτών στην καθ’ ης την 04.12.2015 με επιταγή να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 70.379,28 ευρώ, για κεφάλαιο τόκους, δικαστική δαπάνη κλπ, όπως αναλυτικά αναφέρονται τα επιμέρους ποσά στην επιταγή προς πληρωμή. Η καθής δεν άσκησε έφεση εντός της νόμιμης προθεσμίας, ούτε κατέβαλε μέχρι σήμερα στον αιτούντα το ως άνω ποσό. Ο τελευταίος προέβη σε απόπειρα εκτέλεσης της ανωτέρω απόφασης, μέσω κατάσχεσης του ως άνω ποσού εις χείρας επτά τραπεζών, εκ των οποίων οι έξι προέβησαν σε σιωπηρή αρνητική δήλωση και μόνο η τράπεζα «...» με την υπ’ αριθ. [...] δήλωση τρίτου προέβη σε θετική δήλωση για το αμελητέο ποσό των 34,52 ευρώ. Δεν αποδείχθηκε δε από την όλη διαδικασία ότι η καθής έχει ακίνητη περιουσία. Τέλος η συνολική αξία των δικαιωμάτων των οποίων ζητείται η κατάσχεση ανέρχεται στο ποσό των 50.000 ευρώ, όπως προκύπτει από την προσαγόμενη και επικαλούμενη έκθεση εκτίμησης του οικονομολόγου – ορκωτού ελεγκτή, [...] (βλ. σχετ. 14 αιτούντος).

Επομένως, εφόσον συντρέχουν οι τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις της διάταξης του άρθρου 1022 ΚΠολΔ, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να γίνει δεκτή και ως κατ’ ουσίαν βάσιμη και να διαταχθεί προς ικανοποίηση της προαναφερθείσας απαίτησης του αιτούντος κατά της καθής η κατάσχεση από τον αιτούντα των δικαιωμάτων: α) του περιουσιακού δικαιώματος της καθής εταιρείας που απορρέει από το συλλογικό έργο – παιχνίδι ηλεκτρονικού υπολογιστή με τον τίτλο «...» β) του δικαιώματος βιομηχανικής ιδιοκτησίας της καθής εταιρείας επί του διακριτικού γνωρίσματος «..». Πρόσφορο δε μέσον για την αξιοποίηση των ως άνω δικαιωμάτων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1024 παρ. 1 ΚΠολΔ κρίνεται η μεταβίβασή τους στον αιτούντα με συμψηφισμό της χρηματικής τους αξίας με την προαναφερόμενη χρηματική απαίτηση αυτού ύψους 70.379,28 ευρώ, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό."

Γιάννος Παραμυθιώτης, Δικηγόρος LL.M.

[follow: @Paramythiotis_Y]

Γενικός Εισαγγελέας ΔικΕΕ: Παράνομη η πώληση συσκευών media player με προεγκατεστημένο software που περιέχει μη αδειοδοτημένα hyperlinks προς προστατευόμενο περιεχόμενο

Δημοσιεύθηκε σήμερα η γνώμη του Γενικού Εισαγγελέα του ΔικΕΕ για την υπόθεση «Filmspeler» [C-527/15], που αφορά την αντιδικία ανάμεσα στον ολλανδικό οργανισμό κατά της πειρατείας «Stichting Brein» και τον Frederik Wullems. Ο Wullems πωλεί συσκευές που συνδέονται με την τηλεόραση και περιέχουν λογισμικό με υπερσυνδέσμους που οδηγούν σε ιστοσελίδες, απ’ όπου ο χρήστης μπορεί να παρακολουθήσει ταινίες, τηλεοπτικές σειρές, αθλητικούς αγώνες κλπ χωρίς να καταβάλει αντίτιμο. Κάποιες από αυτές τις ιστοσελίδες παρουσιάζουν το προστατευόμενο περιεχόμενο χωρίς την άδεια των δικαιούχων. Ο οργανισμός Stichting Brein ισχυρίζεται με την αγωγή του ότι η πώληση των συσκευών Filmspeler συνιστά παράνομη πράξη παρουσίασης στο κοινό υπό την έννοια του άρθρου 3 παρ. 1 της Οδηγίας Infosoc, αφού ο Wullems δεν έχει την άδεια των δικαιούχων για την θέση των υπερσυνδέσμων στις συσκευές που πωλεί.

Θυμίζουμε εδώ ότι το ζήτημα της νομιμότητας των υπερσυνδέσμων που οδηγούν σε ιστοσελίδες με προστατευόμενο από το δίκαιο πνευματικής ιδιοκτησίας περιεχόμενο έχει απασχολήσει τα τελευταία έτη το ΔικΕΕ [αποφάσεις Svennson, Bestwater, GS Media]. Εντελώς συνοπτικά η νομολογία έχει διαμορφωθεί μέχρι σήμερα ως εξής:

Η θέση υπερσυνδέσμου που οδηγεί σε προστατευόμενο περιεχόμενο είναι πράξη παρουσίασης στο κοινό, η οποία απαιτεί τη συναίνεση του δικαιούχου αν, ως ενδιάμεση πράξη, παρουσιάζει το έργο σε «νέο» κοινό, σε κοινό δηλαδή που δεν είχε λάβει υπόψη του ο δικαιούχος όταν συναινούσε για την αρχική παρουσίαση του έργου μέσω του διαδικτύου. Με άλλα λόγια, αν το προστατευόμενο περιεχόμενο “ανέβηκε” στο διαδίκτυο με τη συναίνεση του δικαιούχου και χωρίς περιορισμούς [πχ paywall, συνδρομή], τότε τα links σε αυτό είναι νόμιμα ενώ σε αντίθετη περίπτωση παράνομα. Αν αντίθετα το upload στην ιστοσελίδα, στην οποία οδηγεί ο υπερσύνδεσμος έλαβε χώρα χωρίς τη συναίνεση του δικαιούχου, η θέση υπερσυνδέσμου, ως ενδιάμεση πράξη, παρουσιάζει εξ ορισμού το περιεχόμενο σε «νέο» κοινό, συνιστά επομένως επέμβαση στην εξουσία που προβλέπεται στο άρθρο 3 παρ. 1 της Οδηγίας Infosoc. Η υπαιτιότητα τεκμαίρεται μαχητά αν ο θέτων τον υπερσύνδεσμο αποσκοπεί σε οικονομικά ωφέλη.    

Ενόψει της προηγούμενης νομολογίας και σε σχέση με την εδώ παρουσιαζόμενη υπόθεση ο Γενικός Εισαγγελέας εισηγείται στο ΔικΕΕ τα εξής:

- Η πώληση συσκευών media player, στις οποίες ο πωλητής έχει εγκαταστήσει υπερσυνδέσμους προς ιστοσελίδες, οι οποίες παρέχουν απεριόριστη πρόσβαση σε προστατευόμενο περιεχόμενο όπως ταινίες, σειρές και ζωντανό τηλεοπτικό πρόγραμμα, χωρίς την άδεια των δικαιούχων συνιστά πράξη παρουσίασης του περιεχομένου στο κοινό.

- Η υπαιτιότητα του πωλητή τεκμαίρεται μαχητά λόγω της κερδοσκοπικής του δραστηριότητας [βλ. απόφαση GS Media]

- Η πώληση της συσκευής με προεγκατεστημένους τους υπερσυνδέσμους αποκλείει το ενδεχόμενο αυτή να θεωρηθεί «απλή παροχή των υλικών µέσων για τη διευκόλυνση ή την πραγµατοποίηση της παρουσίασης» η οποία σύμφωνα με την σκέψη 27 της εισηγητικής έκθεσης της Οδηγίας «δεν αποτελεί καθαυτή παρουσίαση». Δεν υπάρχει ουσιώδης διαφορά ανάμεσα στην θέση υπερσυνδέσμων σε ιστοσελίδα και στην εγκατάστασή τους εντός συσκευής που συνδέεται με το internet, καθιστώντας έτσι την πώληση των συσκευών «απαραίτητη» παρέμβαση για την παρουσίαση του περιεχομένου στο κοινό.   

- Δεν μπορεί να εφαρμοστεί εν προκειμένω ο περιορισμός του άρθρου 5 παρ. 1 της Οδηγίας σε σχέση με τις προσωρινές πράξεις αναπαραγωγής, γιατί αυτές δεν σχετίζονται με «νόμιμη χρήση», και σε κάθε περίπτωση γιατί η εφαρμογή του περιορισμού δεν θα πληρούσε τις προϋποθέσεις του τεστ των τριών σταδίων [3 step test], που προβλέπεται στο άρθρο 5 παρ. 5 της Οδηγίας.

Εν αναμονή λοιπόν της κρίσης του Δικαστηρίου.

Γιάννος Παραμυθιώτης, Δικηγόρος LL.M.

[follow: @Paramythiotis_Y]

Νέες προτάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το δίκαιο πνευματικής ιδιοκτησίας

Πριν από 2 εβδομάδες είχαμε αναφέρει ότι σύμφωνα με έγγραφο που διέρρευσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξετάζει συγκεκριμένες παρεμβάσεις στο ευρωπαϊκό δίκαιο πνευματικής ιδιοκτησίας

Σήμερα οι προτάσεις της Επιτροπής παρουσιάστηκαν επίσημα. Περιλαμβάνουν σε γενικές γραμμές τα ζητήματα που αναφέρονται στο έγγραφο που διέρρευσε και χωρίζονται ως εξής:

1. Κανονισμός σχετικά με τους εφαρμοστέους κανόνες δικαίου πνευματικής ιδιοκτησίας επί online μεταδόσεων από ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς και αναμεταδόσεων τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών προγραμμάτων.

2. Οδηγία για την πνευματική ιδιοκτησία στην ενιαία ψηφιακή αγορά.

3. Κανονισμός και οδηγία σχετικά με τη διευκόλυνση της πρόσβασης σε προστατευόμενο περιεχόμενο για άτομα με προβλήματα όρασης. 

Όλα τα σχετικά έγγραφα είναι διαθέσιμα εδώ.

Γιάννος Παραμυθιώτης, Δικηγόρος LL.M. [follow: @Paramythiotis_Y]

Δικαστήριο ΕΕ: Όλοι οι χρήστες του internet εν δυνάμει παραβάτες λόγω hyperlinking

Η τελευταία [?] πράξη του δράματος με τίτλο “Υπερσύνδεσμοι και πνευματική ιδιοκτησία” παίχτηκε πρίν λίγες ημέρες όταν το ΔικΕΕ δημοσίευσε την απόφασή του επί της υπόθεσης “GS Media”. Η απόφαση είναι τεράστιας σημασίας καθώς αγγίζει τη λειτουργία του διαδικτύου στον πυρήνα της. Οι υπερσύνδεσμοι είναι η πεμπτουσία της διαδικτυακής επικοινωνίας, και ο ρόλος τους είναι να οδηγούν στο σημείο του παγκόσμιου ιστού, στο οποίο βρίσκεται συγκεκριμένο περιεχόμενο.

Η συζήτηση ως προς το αν οι υπερσύνδεσμοι [hyperlinks] θα πρέπει να αφορούν το δίκαιο πνευματικής ιδιοκτησίας -και με ποιον τρόπο- αποτέλεσε τα τελευταία χρόνια πεδίο θερμών συζητήσεων και αντιπαραθέσεων.

Η προηγούμενη νομολογία

Ενώ η σημαντικότερη απόφαση δικαστηρίου κράτους-μέλους [Ανώτατο Ακυρωτικό Γερμανίας, απόφαση “Paperboy”] έκρινε ότι το hyperlinking σαν πράξη δεν ενδιαφέρει το δίκαιο πνευματικής ιδιοκτησίας, για το λόγο ότι δεν επικοινωνεί ούτε αναμεταδίδει το έργο, το ΔικΕΕ στην απόφαση – σταθμό “Svensson” έλαβε διαφορετική θέση. Ενέταξε το hyperlinking στις πράξεις που μπορούν να παραβιάζουν το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας, αρκεί το προστατευόμενο περιεχόμενο, στο οποίο οδηγεί ο υπερσύνδεσμος, να μην ήταν ήδη ελεύθερα προσβάσιμο στο διαδίκτυο, με τη συναίνεση του δικαιούχου. Εφ’ όσον δηλαδή κάθε χρήστης του διαδικτύου μπορούσε να έχει ήδη πρόσβαση στο περιεχόμενο, η θέση του υπερσυνδέσμου, ως ενδιάμεση πράξη, δεν παρουσιάζει το έργο σε “νέο” κοινό σε σχέση με αυτό που είχε υπολογίσει ο δικαιούχος, έτσι ώστε να απαιτείται η περαιτέρω συναίνεσή του. Με άλλα λόγια, αν το έργο “ανέβηκε” στο διαδίκτυο με τη συναίνεση του δικαιούχου και χωρίς περιορισμούς [πχ paywall, συνδρομή], τότε τα links σε αυτό είναι νόμιμα ενώ σε αντίθετη περίπτωση παράνομα.

Τη θέση αυτή επανέλαβε το ΔικΕΕ και στην απόφασή του επί της υπόθεσης “Bestwater”, με την οποία έκρινε ότι την ίδια νομική αντιμετώπιση με το hyperlinking πρέπει να λάβει και το framing [Βλ. το post του lawgrip για την απόφαση Bestwater εδώ].

Η νομική αντιμετώπιση του hyperlinking από τις δύο αυτές αποφάσεις είναι όμως ελλιπής. Και αυτό γιατί αμφότερες αφορούν τη θέση υπερσυνδέσμου προς νόμιμο περιεχόμενο, προς περιεχόμενο δηλαδή που υπάρχει ήδη online με την άδεια του δικαιούχου. Αφήνουν όμως αναπάντητο το ερώτημα αν ο υπερσύνδεσμος οδηγεί σε παράνομο περιεχόμενο, δηλαδή σε περιεχόμενο που έχει “ανέβει” στο διαδίκτυο χωρίς την άδεια του δικαιούχου. Το internet βρίθει ιστοσελίδων που δίνουν τη δυνατότητα στο χρήστη να κάνει download ή streaming πειρατικού υλικού (πχ. κινηματογραφικές ταινίες, μουσική, e-books κλπ).

Την απάντηση ήρθε να δώσει το Δικαστήριο με την απόφαση επί της υπόθεσης “GS Media”.

Σύντομο ιστορικό της υπόθεσης GS Media

Η ολλανδική εταιρία λειτουργεί το δημοφιλές σκανδαλοθηρικό site “Geenstijl”. Σε ένα από τα δημοσιεύματα συμπεριέλαβε hyperlink προς την πλατφόρμα Filefactory.com, στην οποία είχαν “ανέβει” και παρουσιάζονταν στο κοινό αισθησιακές φωτογραφίες της Britt Dekker, μοντέλου από την Ολλανδία. Δικαιούχος του περιουσιακού δικαιώματος επί των φωτογραφιών είναι η εταιρία - εκδότης του περιοδικού Playboy, η οποία δεν είχε δώσει την άδειά της για την παρουσίαση των φωτογραφιών στο κοινό μέσω internet, στο Filefactory.com ή σε οποιαδήποτε άλλη filehosting υπηρεσία. Η Playboy, αφού ζήτησε την απομάκρυνση των υπερσυνδέσμων χωρίς αποτέλεσμα, άσκησε αγωγή κατά της GS Media. Η υπόθεση έφτασε μέχρι το ολλανδικό Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, το οποίο απέστειλε στο ΔικΕΕ προδικαστικό ερώτημα σχετικά με το αν το hyperlinking προς ελεύθερα προσβάσιμη ιστοσελίδα, στην οποία παρουσιάζεται στο κοινό έργο χωρίς την άδεια του δικαιούχου, συνιστά πράξη που παραβιάζει το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας [συγκεκριμένα το άρθρο 3 παρ. 1 της Οδηγίας Infosoc].

Η απόφαση

Όπως αναμενόταν το Δικαστήριο έκρινε ότι το hyperlinking σε παράνομο περιεχόμενο προσβάλλει κατ’ αρχήν το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας. Αυτή θα μπορούσε να είναι η μόνη -συνεπής προς την προηγούμενη νομολογία του- κρίση του Δικαστηρίου [την εξέλιξη αυτή είχε εξετάσει ο γράφων στα ΧρΙΔ 2014, 135, σχολιάζοντας την απόφαση Svensson].

Παρ’ όλα αυτά το Δικαστήριο, αντιλαμβανόμενο ότι μια τέτοια γενική διατύπωση θα είχε δυσμενέστατες συνέπειες ως προς τις ελευθερίες έκφρασης και πληροφόρησης και λαμβάνοντας υπόψη την πρακτική αδυναμία του απλού χρήστη του internet να ελέγχει το νόμιμο ή μη της παρουσίασης του περιεχομένου προς το οποίο επιθυμεί να θέσει υπερσύνδεσμο, προσπάθησε να περιορίσει τον αρνητικό αντίκτυπο της απόφασης διακρίνοντας ανάμεσα σε κερδοσκοπική και μη δραστηριότητα του θέτοντος τον υπερσύνδεσμο. Ειδικότερα σύμφωνα με το Δικαστήριο:

Α. Αν ο θέτων τον υπερσύνδεσμο δεν αποσκοπεί σε οικονομικά ωφέλη, κρίσιμο στοιχείο για το παράνομο ή μη της πράξης του είναι το αν γνώριζε ή μπορούσε εύλογα [όφειλε?] να γνωρίζει ότι το περιεχόμενο στο οποίο οδηγεί ο υπερσύνδεσμος έχει δημοσιευθεί στο internet χωρίς άδεια του δικαιούχου. Επί θετικής απάντησης θα ευθύνεται για παραβίαση του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας ενώ επί αρνητικής απάντησης όχι.

Β. Αν ο θέτων τον υπερσύνδεσμο αποσκοπεί σε οικονομικά ωφέλη, ευλόγως αναμένεται ότι αυτός έχει προβεί στους απαραίτητους ελέγχους σχετικά με τη νομιμότητα της δημοσίευσης στην οποία οδηγεί ο υπερσύνδεσμος, έτσι ώστε να εισάγεται από το Δικαστήριο μαχητό τεκμήριο γνώσης του παρανόμου (!!!), το οποίο θα πρέπει να ανατρέψει ο εναγόμενος.

Σκέψεις

Η απόφαση GS Media είναι αποτέλεσμα της -παγιωμένης πλέον- επιλογής του Δικαστηρίου να χαρακτηρίζει το hyperlinking ως πράξη που μπορεί να συνιστά παρουσίαση του έργου στο κοινό. Η θέση αυτή, η οποία έχει επικριθεί έντονα, ως καταστροφική για τη λειτουργία του διαδικτύου  [σημ: ο Γενικός Εισαγγελέας στις προτάσεις του επί της υπόθεσης πήρε τη θέση ότι οι υπερσύνδεσμοι δεν επικοινωνούν ήδη ελεύθερα προσβάσιμα έργα], ανάγκασε το Δικαστήριο να δημιουργήσει ένα περίπλοκο σχήμα ευθύνης, σύμφωνα με το οποίο το παράνομο θα κρίνεται ανά περίπτωση και αφού ληφθούν υπόψη ο κερδοσκοπικός ή μη χαρακτήρας του hyperlinking και η γνώση της έλλειψης άδειας για την αρχική παρουσίαση. Δημιουργείται μεγάλη ανασφάλεια όταν ακόμα και ο απλός χρήστης θα μπορούσε να βρεθεί υπόλογος για έναν σύνδεσμο που έθεσε στην σελίδα του. Διευκρίνιση χρειάζεται επίσης η έννοια των οικονομικών ωφελειών. Ποιες είναι αυτές; Πρέπει να είναι άμεσες ή αρκούν και οι έμμεσες; 

Ιδιαίτερα αμφιλεγόμενη είναι τέλος η θέσπιση μαχητού τεκμηρίου γνώσης. Σε πρώτο επίπεδο δημιουργείται το δογματικό ερώτημα, αν το Δικαστήριο μπορεί να εισάγει τέτοια μαχητά τεκμήρια. Σε δεύτερο επίπεδο ερευνητέα είναι η επίδραση που θα έχει ένα τέτοιο τεκμήριο ειδικά στον χώρο των online ΜΜΕ. Φαίνεται ότι η επιβάρυνση των -επαγγελματιών- online εκδοτών με την απόδειξη της μη γνώσης του παρανόμου, αποτελεί σοβαρό αντικίνητρο για τη θέση υπερσυνδέσμων, δηλαδή για τη διάδοση της πληροφορίας μέσω Internet.

UPDATE: Η πρώτη εφαρμογή της GS Media σε εθνικό επίπεδο έρχεται από τη Γερμανία. Το Πρωτοδικείο του Αμβούργου με την 310 Ο 402/16 απόφασή του έκρινε ότι η μέσω υπερσυνδέσμου παρουσίαση στο κοινό τροποποιημένης φωτογραφίας -καθ' υπέρβαση άδειας Creative Commons- είναι παράνομη και ότι η γνώση του παρανόμου τεκμαίρεται λόγω διάγνωσης σκοπού αποκόμισης οικονομικού οφέλους. Το οικονομικό όφελος δεν απαιτείται να σκοπείται άμεσα από τη θέση του υπερσυνδέσμου per se. Αρκεί η ιστοσελίδα να έχει γενικώς εμπορικό/οικονομικό σκοπό. Το τελευταίο αυτό πόρισμα δίνει απάντηση στον διατυπωθέντα ανωτέρω προβληματισμό σχετικά με τη άμεση ή έμμεση φύση των οικονομικών ωφελειών που τίθενται από την GS Media ως προϋπόθεση ενεργοποίησης του τεκμηρίου γνώσης του παρανόμου. Περισσότερες πληροφορίες για την απόφαση του Πρωτοδικείου του Αμβούργου βρίσκετε εδώ.

Γιάννος Παραμυθιώτης, Δικηγόρος LL.M. [follow: @Paramythiotis_Y]

Δικαστήριο ΕΕ: Τα εμπορικά κέντρα μπορεί να ευθύνονται ως ενδιάμεσοι αν καταστήματά τους πωλούν απομιμητικά προϊόντα.

Απαγορεύονται οι "μαϊμούδες"! photo by Chris Seward

Απαγορεύονται οι "μαϊμούδες"!

photo by Chris Seward

Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 2004/48/ΕΚ και την επιβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας κρίνεται η προσφάτως εκδοθείσα απόφαση του ΔΕΕ C-494/15 (Tommy Hilfinger Licensing LLC, Urban Trends Trading BV, RADO Uhren AG, Facton Kft., Lacoste SA Burberry Ltd κατά Delta Center a.s.).

Η απόφαση αυτή ουσιαστικά ερμηνεύει συμπληρωματικά με την απόφαση C-324/09 το άρθρο 11 της οδηγίας 2004/48 σχετικά με την επιβολή δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας και διευρύνει την έννοια του «ενδιαμέσου, οι υπηρεσίες του οποίου χρησιμοποιούνται από τρίτο για την προσβολή δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας» κατά του οποίου μπορεί να στραφεί ο δικαιούχος του δικαιώματος σύμφωνα με το άρθρο 11, περίοδος τρίτη της εν λόγω οδηγίας.

Η οδηγία 2004/48 αφορά στην επιβολή δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας και καθορίζει το πλαίσιο εντός του οποίου οι δικαιούχοι αυτών των δικαιωμάτων μπορούν να ζητήσουν από τις αρμόδιες δικαστικές αρχές πληροφορίες για τις προσβολές των δικαιωμάτων τους και τη λήψη μέτρων για την αποτροπή και την απαγόρευση των προσβολών αυτών. Στην απόφαση C-324/09 το ΔΕΕ είχε αποφανθεί μεταξύ άλλων ότι το άρθρο 11, τρίτη περίοδος της οδηγίας «έχει την έννοια ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να διασφαλίζουν ότι τα αρμόδια σε θέματα προστασίας των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας εθνικά δικαιοδοτικά όργανα έχουν την ευχέρεια να διατάσσουν τον ασκούντα εμπόριο μέσω διαδικτυακής αγοράς να λαμβάνει μέτρα προκειμένου όχι μόνο να τίθεται τέρμα στις προσβολές των δικαιωμάτων αυτών εκ μέρους χρηστών της συγκεκριμένης διαδικτυακής αγοράς, αλλά και να προλαμβάνονται νέες προσβολές της ιδίας φύσεως. Οι συναφείς διαταγές πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές, αποτρεπτικές και δεν πρέπει να θέτουν εμπόδια στο νόμιμο εμπόριο». Συνεπώς στην τότε υπό κρίση περίπτωση το εθνικό δικαστήριο του Ηνωμένου Βασιλείου θα μπορούσε να διατάξει τον διαδικτυακό τόπο eBay - μέσω του οποίου διατίθεντο τα προϊόντα που προσέβαλαν τα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας της L’ Oreal – να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για όχι μόνο για τον τερματισμό αλλά και για την αποτροπή και πρόληψη τέτοιων προσβολών (βλ. και σκέψη 131-133 της C-324/09).

Σύμφωνα λοιπόν με την απόφαση στην υπόθεση L’ Oreal κατά eBay C-324/09 ο διαχειριστής ενός διαδικτυακού τόπου στον οποίο διατίθενται προϊόντα που προσβάλλουν δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας φέρει ευθύνη και υποχρέωση να συμμορφωθεί με τα μέτρα που θα διαταχθούν από τον εθνικό δικαστή, ανεξάρτητα από τυχόν ίδια ευθύνη σε σχέση με την επίδικη προσβολή. Με την απόφασή του στην υπόθεση Tommy Hilfiger LLC v.  Delta Center (C-494/15) το ΔΕΕ αποφαίνεται ότι την ίδια ευθύνη και υποχρέωση φέρει και ο διαχειριστής-εκμισθωτής ενός εμπορικού κέντρου επεκτείνοντας τα όρια της διάταξης από το ηλεκτρονικό στο αναλογικό εμπόριο.

Σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης Tommy Hilfiger LLC v.  Delta Center,  επώνυμοι οίκοι μόδας όπως οι Tommy Hilfinger, Lacoste και Burberry διαπίστωσαν ότι απομιμήσεις προϊόντων τους διατίθενται προς πώληση στην κλειστή αγορά «Pražská tržnice» στην Πράγα της Τσεχίας και συγκεκριμένα σε σημεία πώλησης που υπεκμίσθωνε η μισθώτρια της αγοράς, Delta Center, σε εμπόρους. Κατόπιν αυτού οι οίκοι μόδας αποτάνθηκαν στα τσεχικά δικαστήρια κατά της Delta Center αιτούμενοι να διαταχθεί η εναγομένη (α) να απέχει από οποιαδήποτε σύναψη ή παράταση συμβάσεων μισθώσεως σημείων πωλήσεως στην εν λόγω κλειστή αγορά με πρόσωπα των οποίων οι ενέργειες έχουν κριθεί τελεσιδίκως από τις δικαστικές ή διοικητικές αρχές ως συνιστώσες προσβολή ή κίνδυνο προσβολής των δικαιωμάτων τα οποία απορρέουν από τα εμπορικά σήματα που αναφέρονται στην αίτηση,

(β) να απόσχει από οποιαδήποτε σύναψη ή παράταση συμβάσεων μισθώσεως, καθόσον οι όροι αυτών δεν περιλαμβάνουν ούτε την υποχρέωση του εμπόρου να απέχει από την προσβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας των αναιρεσειουσών ούτε όρο προβλέποντα ότι η Delta Center δύναται να καταγγείλει τη σύμβαση σε περίπτωση προσβολής ή κινδύνου προσβολής των δικαιωμάτων αυτών, και

(γ)να ζητήσει εγγράφως συγγνώμη, για ορισμένες περιπτώσεις οι οποίες περιγράφονται από τις αναιρεσείουσες, και να δημοσιεύσει, με δικά της έξοδα, στην εφημερίδα Hospodáské noviny σχετικό ανακοινωθέν Τύπου.

Το πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο δικαστήριο της Τσεχίας απέρριψε την αίτηση εκδόσεως δικαστικής διαταγής.  Οι ενάγοντες άσκησαν αναίρεση ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Τσεχίας, το οποίο επεσήμανε ότι η διαφορά θα έπρεπε να λυθεί λαμβάνοντας υπόψιν  την ερμηνεία του άρθρου 11, τρίτη περίοδος της οδηγίας 2004/48, όπως δόθηκε από το ΔΕΕ στην υπόθεση C-329/09 (L’Oreal κατά Ebay). Το Ανώτατο Δικαστήριο όμως παρατήρησε ότι η υπόθεση εκείνη αφορούσε προσβολές δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας σε διαδικτυακή και όχι σε χωροταξικά οριοθετημένη αγορά και για το λόγο αυτό ανέστειλε τη διαδικασία και απέστειλε τα εξής προδικαστικά ερωτήματα προς το ΔΕΕ:

1. Είναι ο μισθωτής χώρων αγοράς, ο οποίος διαθέτει σε διάφορους εμπόρους πάγκους και σημεία πωλήσεως στα οποία μπορούν να τοποθετηθούν πάγκοι, ενδιάμεσος οι υπηρεσίες του οποίου χρησιμοποιούνται από τρίτον για την προσβολή δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας υπό την έννοια του άρθρου 11 της οδηγίας 2004/48;

2. Μπορούν να ληφθούν κατά του μισθωτή χώρων αγοράς, ο οποίος διαθέτει σε διάφορους εμπόρους πάγκους και σημεία πωλήσεως, στα οποία μπορούν να τοποθετηθούν πάγκοι, τα μέτρα του άρθρου 11 της οδηγίας 2004/48 υπό τις ίδιες προϋποθέσεις με εκείνες που έθεσε το Δικαστήριο [με την απόφασή της 12ης Ιουλίου 2011 στην υπόθεση C-324/09, L’Oréal κ.λπ., C-324/09, EU:C:2011:474] όσον αφορά την λήψη των ως άνω μέτρων κατά υπευθύνων διαδικτυακής αγοράς;»

 Το ΔΕΕ έδωσε θετική απάντηση ως προς το πρώτο ερώτημα και θεώρησε την Delta Center ενδιάμεσο, παραπέμποντας σε προηγούμενες αποφάσεις του (LSG- Gesellschaft zur Wahrnehmung von Leistungsschutzrechten, C-557/07 και UPC Telekabel Wien, C-314/12), οι οποίες όριζαν ότι ως προς το ηλεκτρονικό εμπόριο «φορέας παροχής προσβάσεως στο διαδίκτυο ο οποίος επιτρέπει στον πελάτη μόνον την πρόσβαση στο διαδίκτυο χωρίς ούτε να προσφέρει άλλες υπηρεσίες ούτε να ασκεί έλεγχο παρέχει υπηρεσία δυνάμενη να χρησιμοποιηθεί από τρίτον για την προσβολή δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας και πρέπει να χαρακτηριστεί ενδιάμεσος» (σκέψη 25). Επεσήμανε δε ότι «εάν η διάθεση σημείων πωλήσεως αφορά διαδικτυακή αγορά ή πραγματική αγορά, όπως μια κλειστή αγορά, δεν ασκεί, συναφώς, επιρροή. Πράγματι, δεν προκύπτει από την οδηγία 2004/48 ότι το πεδίο εφαρμογής της περιορίζεται στο ηλεκτρονικό εμπόριο» (σκέψη 29).

Ως προς το δεύτερο ερώτημα το ΔΕΕ επεσήμανε καταρχήν ότι όπως ορίζει σχετικά και η απόφαση επί της υποθέσεως L’ Oreal, οι προϋποθέσεις εκδόσεως δικαστικής διαταγής υπό την έννοια του άρθρου 11 περίοδος τρίτη κατά ενδιαμέσου και η ακολουθητέα διαδικασία διέπονται από το εθνικό δίκαιο, το οποίο θα πρέπει να λαμβάνει μέτρα αποτελεσματικά, αποτρεπτικά, δίκαια, αναλογικά αλλά όχι υπέρμετρα επαχθή. Συνεπώς, καταλήγει το ΔΕΕ «δεν μπορεί να απαιτηθεί από τον ενδιάμεσο να ασκεί γενική και μόνιμη εποπτεία των πελατών του. Αντιθέτως, ο ενδιάμεσος μπορεί να υποχρεωθεί να λάβει μέτρα προκειμένου να αποφευχθούν νέες προσβολές της ίδιας φύσεως από τον ίδιο έμπορο» (σκέψη 34). Τονίζει δε ότι η ερμηνεία του άρθρου 11, τρίτη περίοδος, της οδηγίας 2004/48 έγινε υπό το πρίσμα των γενικών διατάξεων του άρθρου 3 της οδηγίας, το οποίο δεν περιορίζει το πεδίο εφαρμογής των μέτρων, διαδικασιών και μέτρων αποκατάστασης της οδηγίας μόνο στη διαδικτυακή αγορά. Για τους λόγους αυτούς το ΔΕΕ έδωσε θετική απάντηση και στο δεύτερο ερώτημα σημειώνοντας ότι «οι προϋποθέσεις της εκδόσεως δικαστικής διαταγής, κατά τη διάταξη αυτή, κατά ενδιαμέσου ο οποίος παρέχει υπηρεσία υπεκμισθώσεως σημείων πωλήσεως σε κλειστή αγορά ταυτίζονται με εκείνες της ενδεχόμενης εκδόσεως δικαστικής διαταγής κατά των ενδιαμέσων σε διαδικτυακή αγορά, όπως αυτές τέθηκαν από το Δικαστήριο στην απόφαση της 12ης Ιουλίου 2011, L’Oréal κ.λπ. (C-324/09)».

 Η εν λόγω απόφαση κρίνεται σημαντική διότι αποσαφηνίζει την έννοια του ενδιαμέσου τρίτου επί του οποίου εφαρμόζεται το άρθρο 11 περίοδος τρίτη της οδηγίας 2004/48 και εκτός διαδικτυακής αγοράς.  Έτσι, θα μπορούσε κάποιος βάσιμα πλέον να υποστηρίξει ότι ο εκμισθωτής, ο οποίος νοείται ως ενδιάμεσος, είναι υποχρεωμένος να συμμορφωθεί με δικαστική διαταγή που απαιτεί να μην εξακολουθήσει να μισθώνει το ακίνητο στον μισθωτή που καταδικάστηκε για προσβολή δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας τρίτου. Η απόφαση αυτή του ΔΕΕ όμως κρίνουμε ότι θα γεννήσει νέα ερωτήματα ως προς την έκταση της έννοιας του ενδιάμεσου στην πραγματική αγορά. Ήδη το Ανώτατο Δικαστήριο της Τσεχίας στην απόφαση περί παραπομπής όπου και έθεσε τα προδικαστικά ερωτήματα, θέτει τον προβληματισμό αυτό αναφέροντας ως παράδειγμα, εάν και άλλοι πάροχοι υπηρεσιών όπως οι πάροχοι ηλεκτρικής ενέργειας θα μπορούσαν να θεωρηθούν ενδιάμεσοι κατά την έννοια του άρθρου 11 της οδηγίας. Το ΔΕΕ όμως έκρινε στη σκέψη 28 ότι στην παρούσα απόφασή του δεν χρειάζεται να αποφανθεί γενικότερα για το αν τέτοιοι πάροχοι θεωρούνται ενδιάμεσοι- αφήνοντας έτσι κατά τη γνώμη μας ανοιχτό το πεδίο για περαιτέρω ερμηνεία και οριοθέτηση του άρθρου 11 από μετέπειτα αποφάσεις του ΔΕΕ. Γεγονός παραμένει όμως ότι η υπερβολική διασταλτική ερμηνεία του όρου «ενδιάμεσος» θα οδηγούσε σε ανισορροπίες μεταξύ της προστασίας της διανοητικής ιδιοκτησίας και της διενέργειας του νόμιμου εμπορίου.

Επιπλέον, ενώ η εν λόγω υπόθεση αφορά στην προσβολή δικαιωμάτων που απορρέουν από εμπορικά σήματα, αναμένεται με ενδιαφέρον το κατά πόσον πρόκειται να εφαρμοσθεί και σε περιπτώσεις προσβολής δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας (για παράδειγμα στην περίπτωση που μισθωτής καταδικασθεί για προσβολή πνευματικής ιδιοκτησίας, θα υποχρεούται ο εκμισθωτής σε καταγγελία της συμβάσεως μίσθωσης;). Προς το παρόν όμως, η απόφαση του ΔΕΕ της 7ης Ιουλίου 2016 στην υπόθεση Tommy Hilfiger LLC κατά  Delta Center φαίνεται ότι θα επαναπροσδιορίσει τις μισθωτικές σχέσεις και την καταγγελία των μισθωτικών συμβάσεων σε περιπτώσεις προσβολής δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας εκ μέρους του μισθωτή.

Ζωή Μαυροσκότη, Δικηγόρος, M.A., Yποψήφια Δ.Ν.

 

πηγές

http://cases.iclr.co.uk/Subscr/Search.aspx

http://curia.europa.eu/juris/liste.jsf?num=C-324/09

http://curia.europa.eu/juris/liste.jsf?num=C-494/15

Σημαντικές εξελίξεις στο ευρωπαϊκό δίκαιο πνευματικής ιδιοκτησίας;

photo credit: Sébastien Bertrand /commons.wikimedia.org/wiki/File:European_Commission_flags.jpg

Σύμφωνα με blog post της Eleonora Rosati στο αγαπημένο μας IPKat η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με σχέδιο εγγράφου που διέρευσε από το statewatch.org, επεξεργάζεται σειρά επεμβάσεων στο ευρωπαϊκό δίκαιο πνευματικής ιδιοκτησίας, στην κατεύθυνση της δημιουργίας της ενιαίας ψηφιακής αγοράς. Oι βασικές μεταρρυθμίσεις που προτείνονται είναι οι εξής:

1. Συγγενικό δικαίωμα εκδοτών

Η σημαντικότερη ίσως πρόταση της επιτροπής είναι η θέσπιση συγγενικού δικαιώματος των εκδοτών ΜΜΕ για την online χρήση των δημοσιευμάτων τους. Αυτό θα τους δώσει τη δυνατότητα να απαγορεύουν την επαναδημοσίευση στο διαδίκτυο δημοσιευμάτων τους, η οποία σήμερα επιτρέπεται είτε επειδή αφορά αποσπάσματα που δεν παρουσιάζουν το απαιτούμενο δημιουργικό ύψος, έτσι ώστε να προστατεύονται με δικαίωμα του δημιουργού, είτε επειδή δεν εντάσσονται εκ του νόμου στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου πνευματικής ιδιοκτησίας [γεγονότα, ειδήσεις κοκ]. Για την περίπτωση που γίνεται χρήση πρωτότυπου μεν περιεχομένου, η οποία καλύπτεται όμως από κάποιον νομοθετικό περιορισμό του δικαιώματος του δημιουργού, η Επιτροπή προτείνει την θεσμοθέτηση δικαιώματος [εύλογης σαν αυτή του αρ. 49 ν.2121/1993;] αμοιβής υπέρ των εκδοτών.

Στόχος είναι να προστατευθεί η επένδυση των εκδοτών για τη δημιουργία του δημοσιογραφικού περιεχομένου, δεδομένου ότι τα έσοδα από την παραδοσιακή αναλογική έκδοση έχουν μειωθεί σημαντικά. Εισάγοντας το νέο δικαίωμα υπέρ των εκδοτών, αυτοί θα αποκτήσουν τη δυνατότητα να απαιτούν αμοιβή ή αποζημίωση από όποιον προβαίνει σε τέτοιες χρήσεις, οι οποίες αυτή τη στιγμή είναι νόμιμες.

Η συγκεκριμένη πρόταση θυμίζει την ιστορία με το ισπανικό “Google Tax”, για το οποίο κάποιοι ισχυρίζονται ότι δεν πήγε και τόσο καλά.

2. Υποχρεωτικό content - ID

Ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης η πρόταση της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία όλοι οι πάροχοι υπηρεσιών διαδικτύου που επιτρέπουν το “ανέβασμα” περιεχομένου από χρήστες (user uploaded content - βλ. youtube, vimeo, soundcloud κλπ), θα πρέπει να χρησιμοποιούν υποχρεωτικά την τεχνολογία Content ID. Επίσης θα πρέπει να να προσέρχονται σε καλόπιστες διαπραγματεύσεις με τους δικαιούχους των έργων που “ανεβαίνουν” στις πλατφόρμες από τους χρήστες, για την παροχή άδειας χρήσης των έργων αυτών.

Η συγκεκριμένη παρέμβαση στόχο έχει να επιλύσει το ζήτημα της εκτεταμένης χρήσης προστατευόμενων έργων (κυρίως μουσική σε πλατφόρμες όπως το youtube), η οποία δεν συνοδεύεται πάντα από οικονομικό αντάλλαγμα για τους δικαιούχους. Η τεχνολογία Content ID, η οποία χρησιμοποιείται ήδη από το youtube, “σαρώνει” το περιεχόμενο που ανεβαίνει στην υπηρεσία από τους χρήστες και εντοπίζει αυτοματοποιημένα την ενσωμάτωση σε αυτό προστατευόμενων έργων. Ο εντοπισμός αυτός επιτρέπει το λεγόμενο monetization του περιεχομένου, δηλαδή την εισαγωγή διαφημίσεων στο ανεβασμένο περιεχόμενο και τον διαμοιρασμό των διαφημιστικών εσόδων ανάμεσα στον δικαιούχο του προστατευόμενου έργου και στον πάροχο της online υπηρεσίας.

Σχετικά με τα εκτεθέντα μέχρι αυτό το σημείο έχει ήδη δημοσιευθεί η έντονη αντίδραση του Electronic Frontier Foundation.

Από την άλλη η πρόταση της Επιτροπής για θεσμοθέτηση μηχανισμού διαπραγματεύσεων ανάμεσα στις online υπηρεσίες και τους δικαιούχους βασίζεται στο γεγονός ότι οι διαχειριστές των online υπηρεσιών δεν είναι πάντα πρόθυμοι να διαπραγματευτούν με τους δικαιούχους, ισχυριζόμενοι ότι οι απαιτήσεις των τελευταίων για την παροχή άδειας χρήσης του περιεχομένου δεν είναι ρεαλιστικές. Επιπλέον στο ότι η διαδικασία αφαίρεσης του περιεχομένου από τις πλατφόρμες, εφ’ όσον υπάρχει τέτοια υποχρέωση σύμφωνα με την οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο, έχει υψηλό κόστος για τους παροχους, δεδομένου του όγκου του περιεχομένου που “ανεβαίνει” καθημερινά από τους χρήστες των υπηρεσιών. Η διαδικασία θα είναι πάντως εθελοντική.

3. Αδειοδότηση περιεχομένου σε ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς

Η επόμενη πρόταση της Επιτροπής φαίνεται τεχνικής φύσεως αλλά έχει σημαντική βαρύτητα. Αφορά την εφαρμογή του κανόνα της χώρας προέλευσης (country of origin rule) για την εκκαθάριση δικαιωμάτων από ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς που αφορούν στην online μετάδοση του προγράμματός τους. 

Οι περισσότεροι ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί έχουν εισέλθει πλέον στο χώρο των online υπηρεσιών, δίνοντας στους καταναλωτές τη δυνατότητα να παρακολουθούν το πρόγραμμά τους φερ΄ειπείν μέσω simulcasting, webcasting, TV catch-up services, podcasts και video on demand. Η εκκαθάριση από τους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς των δικαιωμάτων επί του περιεχομένου του προγράμματός τους [πχ ταινίες και σειρές, μουσικά έργα κλπ] για online, κατά κανόνα δηλαδή διακρατική χρήση, απαιτεί λόγω της ισχύουσας στο δίκαιο πνευματικής ιδιοκτησίας αρχής της εδαφικότητας περίπλοκες διαδικασίες αδειοδότησης περιεχομένου που συνεπάγονται υψηλό κόστος. Επιπλέον, προϋπάρχουσες συμβάσεις εδαφικής αποκλειστικότητας μπορούν να περιπλέξουν περαιτέρω την κατάσταση.

Η κατεύθυνση της Επιτροπής για την επίλυση του προβλήματος είναι η υιοθέτηση του μοντέλου αδειοδότησης που προβλέπεται στην Οδηγία για την δορυφορική και καλωδιακή μετάδοση, σύμφωνα με την οποία η -αφορώσα το δίκαιο πνευματικής ιδιοκτησίας- πράξη της μετάδοσης λαμβάνει χώρα μόνο στο κράτος-μέλος από το οποίο εκπέμπεται το σήμα προς το δορυφόρο (χώρα προέλευσης). Κατά συνέπεια η λήψη άδειας χρήσης του περιεχομένου μόνο γι’ αυτό το κράτος μέλος αρκεί για την αναμετάδοση του σε όλη την ΕΕ. Έτσι, αν προωθηθεί νομοθετικά αυτή η λύση, τα ελληνικά κανάλια θα μπορούν να παρουσιάζουν μέσω internet το πρόγραμμά τους σε όλη την ΕΕ, λαμβάνοντας σχετική άδεια από τους δικαιούχους του περιεχομένου μόνο για την Ελλάδα, τη χώρα δηλαδή προέλευσης της online μετάδοσης και όχι για τις χώρες λήψης της μετάδοσης. Η απλοποίηση αυτή θα "ξεκλειδώσει" τα ελληνικά webTV στις χώρες της ΕΕ.

4. Τρεις νέοι περιορισμοί

Τέλος η Επιτροπή προτείνει την εισαγωγή τριών νέων υποχρεωτικών περιορισμών στα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας. Οι νομοθετικοί περιορισμοί των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας “νομιμοποιούν” πράξεις που άλλως θα συνιστούσαν προσβολή τους. Αποτελούν μέσο στάθμισης συμφερόντων και άσκησης πολιτικής (πχ προώθηση ενημέρωσης, εκπαίδευσης, έρευνας).

Στο σχέδιο εγγράφου που διέρρευσε εξετάζεται η σκοπιμότητα εισαγωγής υποχρεωτικών για τα κράτη μέλη περιορισμών:

- ως προς την διακρατική ψηφιακή και online χρήση έργων στα πλαίσια εικονογράφησης για σκοπούς διδασκαλίας. Θα μπορούσε αντί περιορισμού να επιλεγεί η λύση της εύλογης αμοιβής ή αποζημίωσης ή της αναγκαστικής άδειας.

- ως προς πράξεις text and data mining (TDM) από ερευνητικούς οργανισμούς δημόσιου χαρακτήρα για τη διενέργεια επιστημονικής έρευνα τόσο για μη κερδοσκοπικούς όσο και για κερδοσκοπικούς σκοπούς.

- ως προς πράξεις οργανισμών πολιτιστικής κληρονομιάς που σκοπό έχουν την προστασία και συντήρηση έργων.

Αναμένοντας λοιπόν τις εξελίξεις.

Γιάννος Παραμυθιώτης, Δικηγόρος LL.M. [follow: @Paramythiotis_Y]

BVerG: Νόμιμο μπορεί να είναι το sampling ακόμα και χωρίς άδεια

Kraftwerk - By Andriy V. Makukha - Own work, CC BY-SA 3.0, https://commons.wikimedia.org/w/index.php?curid=4874024

Kraftwerk - By Andriy V. Makukha - Own work, CC BY-SA 3.0, https://commons.wikimedia.org/w/index.php?curid=4874024

  

Το Συνταγματικό Δικαστήριο της Γερμανίας δικαίωσε συνθέτη και παραγωγό που χρησιμοποίησαν σε τραγούδι ένα sample ηχογραφήματος διάρκειας 2 δευτερολέπτων χωρίς να λάβουν σχετική άδεια.

Το γερμανικό συγκρότημα Kraftwerk κυκλοφόρησε το έτος 1977 ένα τραγούδι με τίτλο «Metal on Metal». Το 1997 η επίσης γερμανή hip hopper Sabrina Seltur κυκλοφόρησε το τραγούδι με τίτλο «Nur mir», στο οποίο χρησιμοποιήθηκε ένα sample διάρκειας δύο δευτερολέπτων από το ηχογράφημα που ενσωματώνει το «Metal on Metal». Οι Kraftwerk άσκησαν αγωγή κατά του συνθέτη και του παραγωγού του «Nur mir», ισχυριζόμενοι ότι η χρήση του sample είναι παράνομη, καθώς δεν είχαν παράσχει την απαραίτητη προς τούτο άδεια.  

Μετά από δικαστική αντιδικία 13 περίπου ετών η υπόθεση έφτασε στο Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο της Γερμανίας (Bundesverfassungsgericht). Το Δικαστήριο προέβη σε μία στάθμιση ανάμεσα στο δικαίωμα της ελευθερίας της τέχνης από τη μία και στο δικαίωμα της ιδιοκτησίας, όπως αυτό εξειδικεύεται από το συγγενικό δικαίωμα του παραγωγού ηχογραφημάτων, από την άλλη.

Κατέληξε στο πόρισμα ότι το δικαίωμα στην ελευθερία της τέχνης υπερισχύει του συγγενικού δικαιώματος του παραγωγού ηχογραφημάτων, αν η προσβολή του τελευταίου από την πράξη που συνιστά έκφραση της ελευθερίας της τέχνης είναι ασήμαντη.

Ασήμαντη είναι σύμφωνα με το Δικαστήριο η επέμβαση στο απόλυτο δικαίωμα του παραγωγού όταν αυτή δεν έχει σημαντικές οικονομικές συνέπειες για τον τελευταίο. Ειδικότερα κίνδυνος για τα οικονομικά συμφέροντα του παραγωγού θα υπάρχει αν το νέο μουσικό κομμάτι στο οποίο χρησιμοποιήθηκε το sample παρουσιάζει τέτοια εγγύτητα με το αρχικό, ώστε να προκύπτει ότι το παλαιό με το νέο κομμάτι είναι ανταγωνιστικά μεταξύ τους. Κριτήρια αποτελούν σύμφωνα με το Δικαστήριο η καλλιτεχνική εγγύτητα των δύο κομματιών, η χρονική απόσταση κυκλοφορίας τους, η αναγνωρισιμότητα του αρχικού κομματιού και το εύρος της τυχόν οικονομικής ζημίας.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει το σκεπτικό του Δικαστηρίου, με το οποίο απορρίφθηκε το επιχείρημα των Kraftwerk ότι οι εναγόμενοι θα μπορούσαν να αποφύγουν την χρήση του sample ηχογραφώντας μία νέα παρόμοια εκτέλεση. Το Δικαστήριο τόνισε την ιδιαιτερότητα του Hip Hop ως μουσικού είδους που βασίζεται στο sampling, εντάσσοντας έτσι στο δικαίωμα καλλιτεχνικής ελευθερίας την επιλογή του καλλιτέχνη να μείνει πιστός στην αισθητική του συγκεκριμένου είδους. Διευκρινίζει δε ότι παρά το γεγονός ότι υπάρχουν βάσεις δεδομένων με samples «εκκαθαρισμένα» από δικαιώματα, αυτές δεν επαρκούν.   

Μπορείτε να διαβάσετε το δελτίου τύπου του Δικαστηρίου εδώ.

        Γιάννος Παραμυθιώτης, Δικηγόρος LL.M. [follow: @Paramythiotis_Y]

Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2016: Εκδήλωση: “Πρόσφατες εξελίξεις στο δίκαιο της πνευματικής ιδιοκτησίας- Γενικοί προβληματισμοί.”

Η Ένωση Προστασίας Πνευματικής Ιδιοκτησίας σας προσκαλεί στην επιστημονική συνάντηση που διοργανώνει την Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2016 και ώρα 17.00 στην αίθουσα εκδηλώσεων του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών (Ακαδημίας 60) με θέμα: “Πρόσφατες εξελίξεις στο δίκαιο της πνευματικής ιδιοκτησίας- Γενικοί προβληματισμοί.”

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                        Η ΓΕΝ. ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Διονυσία Καλλινίκου                             Πιερρίνα Κοριατοπούλου

Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών: Τα videogames προστατεύονται ως σύνθετα οπτικοακουστικά έργα

Image source: https://commons.wikimedia.org

Image source: https://commons.wikimedia.org

Με την 2221/2015 απόφασή του το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών έκρινε ότι τα παιχνίδια ηλεκτρονικού υπολογιστή δεν αποτελούν απλό λογισμικό αλλά σύνθετα οπτικοακουστικά έργα επί των οποίων βρίσκει εφαρμογή το άρθρο 34 ν.2121/1993. Επιδίκασε δε στον ενάγοντα μουσικοσυνθέτη, ως αμοιβή για την μεταβίβαση των περιουσιακών του δικαιωμάτων επί των μουσικών του έργων στην εναγόμενη εταιρία, ποσοστό 1% επί των ακαθαρίστων εσόδων που αποκόμισε η η τελευταία από την εμπορική εκμετάλλευση του videogame, στο οποίο χρησιμοποιήθηκε η μουσική του.

Την υπόθεση χειρίστηκε από την πλευρά του ενάγοντος ο γράφων από κοινού με τον δικηγόρο Αθηνών, Αριστείδη Παπαθανασίου.

Η απόφαση δημοσιεύεται στο τεύχος Νοεμβρίου 2015 των Χρονικών Ιδιωτικού Δικαίου (ΧρΙΔ 2015, 699), με σχόλιο της Σύλβιας Σταυρίδου.

Ακολουθεί απόσπασμα της απόφασης:

[…Ι. Α. Σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 2121/1993, οι πνευματικοί δημιουργοί με τη δημιουργία του έργου τους, αποκτούν πάνω σ’ αυτό πνευματική ιδιοκτησία, που περιλαμβάνει, ως αποκλειστικά και απόλυτα δικαιώματα, το δικαίωμα της εκμετάλλευσης του έργου (περιουσιακό δικαίωμα) και το δικαίωμα της προστασίας του προσωπικού τους δεσμού προς αυτό (ηθικό δικαίωμα). Τα λόγω δικαιώματα περιλαμβάνουν τις εξουσίες που προβλέπονται στα άρθρα 3 και 4 του ίδιου νόμου. Σύμφωνα με το άρθρο 6 του ανωτέρω νόμου, o δημιουργός ενός έργου είναι o αρχικός δικαιούχος του περιουσιακού και του ηθικού δικαιώματος του έργου, τα δικαιώματα δε αυτά αποκτώνται πρωτογενώς και χωρίς διατυπώσεις. Το περιουσιακό δικαίωμα έχει οικονομική αξία και εξασφαλίζει στο δημιουργό τη δυνατότητα να εκμεταλλευθεί το έργο του, αποκομίζοντας από αυτό οικονομικά ωφελήματα. Το άρθρο 3 του ν. 2121/1993 απαριθμεί ενδεικτικά τις εξουσίες που απαρτίζουν το περιουσιακό δικαίωμα και αντιστοιχούν στους βασικότερους τρόπους εκμετάλλευσης του έργου, μια εκ των οποίων είναι η εγγραφή, και την άμεση ή έμμεση, προσωρινή ή μόνιμη αναπαραγωγή των έργων τους με οποιοδήποτε μέσο και μορφή, εν όλω ή εν μέρει. Σύμφωνα δε με το άρθρο 13 του ίδιου νόμου, o δημιουργός του έργου μπορεί να καταρτίζει συμβάσεις, με τις οποίες αναθέτει στον αντισυμβαλλόμενο και αυτός αναλαμβάνει την υποχρέωση να ασκήσει εξουσίες που απορρέουν από το περιουσιακό δικαίωμα (συμβάσεις εκμετάλλευσης) ή να επιτρέπει σε άλλον την άσκηση εξουσιών που απορρέουν από το περιουσιακό του δικαίωμα (άδειες εκμετάλλευσης). Οι συμβάσεις αυτές, όμως, πρέπει να καταρτιστούν εγγράφως, επί ποινή ακυρότητας την οποία μπορεί να επικαλεστεί μόνο o δημιουργός (άρθρο 14), μέχρι, όμως, την επίκληση της ακυρότητας, η δικαιοπραξία αναπτύσσει πλήρως την ενέργειά της (βλ. ΕφΑθ 8138/2000, ΔΕΕ 2001, 60, Λ. Κοτσίρη, Πνευματική ιδιοκτησία, 5η έκδ., 2010, παρ. 298). Σύμφωνα, άλλωστε, με το άρθρο 32 § 1 του νόμου 2121/1993, η αμοιβή που οφείλει να καταβάλλει ο αντισυμβαλλόμενος στο δημιουργό για δικαιοπραξίες που αφορούν τη μεταβίβαση του περιουσιακού δικαιώματος ή εξουσιών από αυτό, την ανάθεση άδειας εκμετάλλευσης, συμφωνείται υποχρεωτικά σε ορισμένο ποσοστό, το ύψος του οποίου καθορίζεται ελεύθερα μεταξύ των μερών. Βάση για τον υπολογισμό του ποσοστού αυτού είναι όλα ανεξαιρέτως τα ακαθάριστα έσοδα ή τα έξοδα ή τα συνδυασμένα ακαθάριστα έσοδα και έξοδα που πραγματοποιούνται από τη δραστηριότητα του αντισυμβαλλομένου και προέρχονται από την εκμετάλλευση του έργου (βλ. ΟλΑΠ 5/2013 σε ΤΝΠ Νόμος και ΧρΙΔ 2013, 276). Επί συλλογικών, δε, πνευματικών έργων –εκτός αντιθέτου συμφωνίας ή ειδικής νομοθετικής ρυθμίσεως– οι επιμέρους συμβολές παρέχουν σε καθένα από τους συνδημιουργούς δικαίωμα συμμετοχής στο σύνολο της οικονομικής απόδοσης του έργου (βλ. ΑΠ 23/2009 σε ΤΝΠ Νόμος και ΕΕμπΔ 2009, 891).

B. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 32 § 1 ν. 2121/1993, η αμοιβή που οφείλει να καταβάλλει o αντισυμβαλλόμενος στο δημιουργό για δικαιοπραξίες που αφορούν τη μεταβίβαση του περιουσιακού δικαιώματος ή εξουσιών από αυτό, την ανάθεση άδειας εκμετάλλευσης, συμφωνείται υποχρεωτικά σε ορισμένο ποσοστό, το ύψος του οποίου καθορίζεται ελεύθερα μεταξύ των μερών. Βάση για τον υπολογισμό του ποσοστού είναι όλα ανεξαιρέτως τα ακαθάριστα έσοδα ή τα έξοδα ή τα συνδυασμένα ακαθάριστα έσοδα και έξοδα, που πραγματοποιούνται από τη δραστηριότητα του αντισυμβαλλομένου και προέρχονται από την εκμετάλλευση του έργου. Κατ’ εξαίρεση, η αμοιβή μπορεί να υπολογίζεται σε ορισμένο ποσό στις εξής περιπτώσεις: α) αν η βάση υπολογισμού της ποσοστιαίας αμοιβής είναι πρακτικά αδύνατο να προσδιορισθεί ή ελλείπουν τα μέσα ελέγχου για την εφαρμογή του ποσοστού, β) αν τα έξοδα που απαιτούνται για τον υπολογισμό και τον έλεγχο είναι δυσανάλογα με την αμοιβή που πρόκειται να εισπραχθεί, και γ) αν η φύση ή οι συνθήκες της εκμετάλλευσης καθιστούν αδύνατη την εφαρμογή του ποσοστού, ιδίως όταν η συμβολή του δημιουργού δεν αποτελεί ουσιώδες στοιχείο του συνόλου του πνευματικού δημιουργήματος ή όταν η χρήση του έργου έχει δευτερεύοντα χαρακτήρα σε σχέση με το αντικείμενο της εκμετάλλευσης. Περαιτέρω, ορίζεται ρητά στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου ότι η υποχρεωτική συμφωνία της αμοιβής σε ποσοστό εφαρμόζεται εφόσον δεν υπάρχει ειδικότερη διάταξη στο νόμο, και δεν αφορά, εκτός των άλλων, τα προγράμματα ηλεκτρονικών υπολογιστών. Ωστόσο, ορίζεται στο άρθρο 34 § 3 του ίδιου νόμου, ειδικώς για την περίπτωση των οπτικοακουστικών έργων, ότι ο πνευματικός δημιουργός διατηρεί το δικαίωμα χωριστής αμοιβής για κάθε τρόπο εκμετάλλευσης του οπτικοακουστικού έργου, η οποία καθορίζεται σε ορισμένο ποσοστό, το ύψος του οποίου συμφωνείται στη σχετική σύμβαση, και ότι βάση για τον υπολογισμό του ποσοστού είναι όλα ανεξαιρέτως τα ακαθάριστα έσοδα ή τα έξοδα ή τα συνδυασμένα ακαθάριστα έσοδα και έξοδα, που πραγματοποιούνται από την εκμετάλλευση του οπτικοακουστικού έργου. Στην περίπτωση δε αυτή δεν εφαρμόζονται οι εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 32, οπότε είναι πάντα υποχρεωτική η καταβολή ποσοστιαίας αμοιβής (βλ. Δ. Καλλινίκου, Πνευματική Ιδιοκτησία και Συγγενικά Δικαιώματα, σελ. 214). Προβληματισμό προκαλεί, ως προς την εφαρμογή των τελευταίων ως άνω διατάξεων, το ερώτημα του χαρακτηρισμού των παιχνιδιών ηλεκτρονικών υπολογιστών ως οπτικοακουστικών έργων, ως προγραμμάτων ηλεκτρονικού υπολογιστή, ή ως άλλη μη ρυθμιζόμενη κατηγορία αφού, σύμφωνα με τα ανωτέρω, στην πρώτη περίπτωση η καταβολή ποσοστιαίας αμοιβής είναι υποχρεωτική, ενώ στη δεύτερη και την τρίτη όχι.

Γ. O νομοθέτης δεν παρέχει ακριβή ορισμό του οπτικοακουστικού έργου, καίτοι πρόκειται για κατηγορία έργων που προβλέπεται ρητά από το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 2121/1993. H ελληνική νομολογία υπάγει στην κατηγορία αυτή κυρίως τα κινηματογραφικά και τηλεοπτικά έργα, δεχόμενη ότι ανήκουν στην προβλεπόμενη από το άρθρο 7 παρ. 2 του v. 2121/1993 κατηγορία των συλλογικών έργων, αυτών, δηλαδή, που έχουν δημιουργηθεί με τις αυτοτελείς συμβολές περισσοτέρων δημιουργών (σεναριογράφου, συγγραφέα διαλόγων, συνθέτη μουσικής, διευθυντή φωτογραφίας, σκηνογράφου, κ.λπ.) κάτω από την πνευματική διεύθυνση και τον συντονισμό ενός φυσικού προσώπου, του σκηνοθέτη, ο οποίος, κατά το άρθρο 9 του ίδιου νόμου, τεκμαίρεται ως δημιουργός αυτού (βλ. ΕφΑθ 2662/2013 ΧρΙΔ 2014, 145). Είναι σαφές, όμως, ότι η έννοια του οπτικοακουστικού έργου είναι κατά τι τουλάχιστον ευρύτερη από αυτή του κινηματογραφικού. Τούτο καθίσταται σαφές και από τo άρθρο 2 § 1 της Σύμβασης της Βέρνης του 1886 (όπως αναθεωρημένη το έτος 1971 κυρώθηκε με το ν. 100/1975), το οποίο προβλέπει ρητά ότι εξομοιώνονται με τα κινηματογραφικά έργα και όσα εκφράζονται με μέσα ανάλογα με αυτά. Παρομοίως, και η Οδηγία 92/100/EOK της 19-11-1992 (L 346/61) σχετικά με το δικαίωμα εκμίσθωσης, το δικαίωμα δανεισμού και ορισμένα δικαιώματα συγγενικά προς την πνευματική ιδιοκτησία στον τομέα των προϊόντων της διανοίας προβλέπει, στο άρθρο 2, ότι για τους σκοπούς της ο όρος “ταινία” νοείται ως κινηματογραφικό ή οπτικοακουστικό έργο ή κινούμενες εικόνες, είτε συνοδεύονται από ήχο είτε όχι. Σαφέστερη δε όλων είναι η Σύμβαση του Πεκίνου της 24-6-2012 που καταρτίστηκε από τον WIPO στα πλαίσια της αναθεώρησης της Σύμβασης της Βέρνης, της οποίας η υπογραφή από το Συμβούλιο εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει ήδη εγκριθεί και εκκρεμεί – βλ. COM/2013/0109 final – 2013/0065 (NLE) και την Απόφαση του Συμβουλίου της 10-6-2013 (L 160/1, 12-6-2013). Σύμφωνα με το άρθρο 2 (b) της σύμβασης αυτής, ως “οπτικοακουστική εγγραφή” θεωρείται η ενσωμάτωση κινητών εικόνων, με ή χωρίς ήχο, ή της παράστασής τους, μέσω της οποίας μπορούν να γίνουν αντιληπτές, να αναπαραχθούν ή να παρουσιαστούν μέσω ειδικής συσκευής. Είναι αυτονόητο, πάντως, ότι σε κάθε περίπτωση απαιτείται να πρόκειται για δημιούργημα καλλιτεχνικής φύσης, προστατευόμενο με τους όρους της πνευματικής ιδιοκτησίας. Έτσι δεν προστατεύεται ως έργο οπτικοακουστικό υλικό, όπως ειδήσεις, ενημερωτικές εκπομπές, αθλητικές εκδηλώσεις (βλ. Σύλβια Σταυρίδου, Ζητήματα προστασίας των οπτικοακουστικών έργων στο ψηφιακό περιβάλλον, ΧρΙΔ 2002, 387-388).

Δ. Ως πρόγραμμα, από την άλλη, ορίζεται μια σειρά εντολών προς τον υπολογιστή, η οποία συντάσσεται στη μορφή του πηγαίου κώδικα (source code). Η προστασία του ως πνευματικού έργου προβλέπεται, σε παγκόσμιο επίπεδο, από το άρθρο 10 της Συμφωνίας για τα Δικαιώματα Διανοητικής Ιδιοκτησίας στον Τομέα Εμπορίου που περιλαμβάνεται στην Τελική Πράξη του Γύρου της Ουρουγουάης του 1994 (Συμφωνία TRIPS), το άρθρο 4 της Συνθήκης του Παγκόσμιου Οργανισμού για την Προστασία της Διανοητικής Ιδιοκτησίας (WIPO) για την πνευματική ιδιοκτησία του 1996 και, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, από το άρθρο 1 της Οδηγίας 91/250/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 14-5-1991 “για τη νομική προστασία των προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών”, η οποία αντικαταστάθηκε, εν συνεχεία, με την, εν πολλοίς, ομοίου περιεχομένου Οδηγία 2009/24/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23-4-2009. H Οδηγία 91/250 μεταφέρθηκε στην ελληνική έννομη τάξη, κατά την έκδοση του ν. 2121/1993, κατά το άρθρο 2 § 3 του οποίου, ως έργα λόγου, προστατευόμενα κατά τις διατάξεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας, θεωρούνται και τα προγράμματα ηλεκτρονικών υπολογιστών και το προπαρασκευαστικό υλικό σχεδιασμού τους. Οι Οδηγίες αυτές δεν περιέχουν ορισμό του προγράμματος ηλεκτρονικού υπολογιστή, καθώς θεωρήθηκε ότι οποιοσδήποτε ορισμός θα καθίστατο αναγκαστικά παρωχημένος μόλις οι τεχνολογικές εξελίξεις μετέβαλαν τη φύση των προγραμμάτων, σε γενικές γραμμές, όμως, το πρόγραμμα είναι μια σειρά εντολών προς τον υπολογιστή, η οποία εκφράζεται αρχικά στη μορφή του πηγαίου (ή αντικειμενικού) κώδικα, που συντάσσεται από τον προγραμματιστή σε ειδική γλώσσα προγραμματισμού, κατανοητή από τον ίδιο, η οποία, εν συνεχεία, μεταφράζεται με αυτόματο τρόπο σε μορφή κώδικα μηχανής, η οποία είναι κατανοητή από τον υπολογιστή (βλ. τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα του ΔΕΚ Bot της 14ης Οκτωβρίου 2010 στην υπόθεση C-393/09, Bezpečnostní softwarová asociace, σκέψεις 46-50, δημ. στην ΤΝΠ της EE Euro-Lex).

E. Τα παιχνίδια ηλεκτρονικών υπολογιστών εντάσσονται από τη θεωρία στη λεγόμενη κατηγορία των έργων πολυμέσων (multimedia). Πρόκειται για έργα τα οποία συγκεντρώνουν τρία βασικά χαρακτηριστικά: 1) συνδυάζουν δύο ή τρία διαφορετικά είδη έργων, όπως εικόνες, κείμενο, ήχο, 2) αποθηκεύονται και διαδίδονται σε ψηφιακή μορφή, π.χ. αποθήκευση σε οπτικό δίσκο και μεταφορά μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή με τη χρήση τηλεπικοινωνιακών δικτύων, και 3) διακρίνονται από το στοιχείο της διαδραστικότητας, δηλαδή o χρήστης παρεμβαίνει στο έργο και το μεταβάλλει με τη βοήθεια κάποιου λογισμικού υπόβαθρου. Ενσωματώνουν, δηλαδή, περισσότερα εκφραστικά μέσα, και τμήματα ενός ή περισσότερων έργων που προστατεύονται από την πνευματική ιδιοκτησία, συνδυάζονται σε ένα υπόστρωμα, η δε δομή και η πρόσβαση σε αυτά κατευθύνεται από ένα λογισμικό, το οποίο επιτρέπει την αμφίδρομη επικοινωνία με το χρήστη (βλ. Σύλβια Σταυρίδου, ό.π., 388-389). Συγκεκριμένα, τα παιχνίδια ηλεκτρονικών υπολογιστών αποτελούνται από δύο μέρη. Πρώτα απ’ όλα αποτελούνται από τα οπτικοακουστικά στοιχεία, ήτοι σταθερά ή κινούμενα γραφικά και ηχητικά εφέ και μουσική (ενδεχομένως και κείμενο). Δεύτερον, αποτελούνται από το λογισμικό, ήτοι από τον κώδικα που είναι αποθηκευμένος στο μόνιμο μέσο αποθήκευσης (λ.χ. μαγνητικό ή οπτικό δίσκο) του ηλεκτρονικού υπολογιστή ή της προοριζόμενης, ειδικώς προς τούτο, συσκευής και περιλαμβάνει αφ’ ενός τα ως άνω οπτικοακουστικά στοιχεία ή και κείμενο αποθηκευμένα σε ψηφιακή μορφή και αφ’ ετέρου το πρόγραμμα το οποίο επιτρέπει την αναπαραγωγή τους στην οθόνη και το ηχητικό σύστημα και την αλληλεπίδραση του χρήστη με αυτά μέσω του υλικού (λ.χ. πληκτρολόγιο, συσκευές κατάδειξης ή ειδικά χειριστήρια) με τρόπο που να μεταβάλλει το αναπαραγόμενο περιεχόμενο ανάλογα με τις αντιδράσεις και επιλογές του χρήστη. Μέσω αυτής της αναπαραγωγής ήχου και εικόνας και της διάδρασης του χρήστη με αυτά είναι δυνατό, ανάλογα με την πρόθεση του προγραμματιστή, να δημιουργηθούν παιχνίδια ποικίλης πολυπλοκότητας και περιεχομένου, όπως απλά παιχνίδια δράσης ή σύνθετα παιχνίδια στρατηγικής, έως και διαδραστικές ιστορίες με γραμμικό η διακλαδούμενο σενάριο το οποίο πρέπει ο χρήστης να ανακαλύψει κάνοντας συγκεκριμένες επιλογές, οπότε είναι δυνατόν στους δημιουργούς να περιλαμβάνεται και συγγραφέας. Το Δικαστήριο της ΕΕ ασχολήθηκε με την κατά τα ανωτέρω διττή φύση των παιχνιδιών ηλεκτρονικών υπολογιστών στην απόφασή του της 23-1-2014 στην υπόθεση C-355/2012, Nintendo co., Ltd κ.λπ. κατά PC Box Srl και 9Net Srl (δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του Δικαστηρίου στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://curia.europa.eu/). Στην υπόθεση αυτή ετέθη στο Δικαστήριο από τα Δικαστήρια του Μιλάνου προδικαστικό ερώτημα σχετικά με την έκταση εφαρμογής του άρθρου 6 της Οδηγίας 2001/29/ΕΚ “για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας”. Συγκεκριμένα, η διαφορά ξεκίνησε όταν τρεις εταιρίες του ομίλου Nintendo, οι οποίες παράγουν βιντεοπαιχνίδια και κονσόλες, στράφηκαν εναντίον της εταιρείας PC Βοx Srl, η οποία εμπορεύεται “mod chips” και “game copiers”. Και τα δύο αυτά είδη συσκευών επιτρέπουν τη χρήση σε κονσόλες Nintendo βιντεοπαιχνιδιών πέραν αυτών που κατασκευάζονται από τον όμιλο Nintendo ή από παραγωγούς με την άδειά του, παρακάμπτοντας τον εγκατεστημένο στις κονσόλες μηχανισμό ασφαλείας. Προέκυψε δε ενώπιον των ιταλικών Δικαστηρίων το θέμα αν αυτός o μηχανισμός ασφαλείας αποτελούσε τεχνολογικό μέτρο κατ’ άρθρο 6 § 3 της ως άνω Οδηγίας η όχι, ήτοι αν αποσκοπούσε στο να εμποδίσει ή να περιορίσει πράξεις, σε σχέση με έργα ή άλλα προστατευόμενα αντικείμενα, μη επιτραπείσες από τον δικαιούχο οποιουδήποτε δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας ή συγγενικού δικαιώματος. Η δε εταιρεία PC box ισχυρίστηκε ότι σκοπός των τεχνολογικών μέτρων δεν ήταν η προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας αλλά η εκ πλαγίου εισαγωγή γεωγραφικών προσδιορισμών στην πώληση προϊόντων. Ετέθησαν, ακολούθως, στο Δικαστήριο τα προδικαστικά ερωτήματα: α) αν τα τεχνολογικά μέτρα της ανωτέρω οδηγίας περιλαμβάνουν μέτρα τα οποία συνίστανται στην τοποθέτηση μηχανισμού αναγνωρίσεως όχι μόνο στο μέσο που περιλαμβάνει το προστατευόμενο έργο, όπως το ηλεκτρονικό παιχνίδι, αλλά και στις φορητές συσκευές και τις κονσόλες που διασφαλίζουν την πρόσβαση στα παιχνίδια αυτά και τη χρήση τους, και β) βάσει ποιων κριτηρίων πρέπει να καθοριστεί η έκταση της προστασίας κατά της εξουδετερώσεως των αποτελεσματικών τεχνολογικών μέτρων, και ιδίως αν είναι κρίσιμη η ειδική χρήση για την οποία o κάτοχος των δικαιωμάτων προορίζει το προϊόν και η έκταση, η φύση και η σπουδαιότητα των χρήσεων των συσκευών που μπορούν να εξουδετερώσουν τα ανωτέρω αποτελεσματικά μέσα. Εξετάζοντας τα ερωτήματα αυτά, το Δικαστήριο διαπίστωσε, κατά την πορεία του συλλογισμού του, ότι το θέτον το ερώτημα ιταλικό Δικαστήριο είχε δεχθεί ως αποδειχθέν ότι τα συγκεκριμένα παιχνίδια ηλεκτρονικών υπολογιστών «αποτελούν ένα σύνθετο υλικό που δεν περιλαμβάνει μόνο ένα πρόγραμμα ηλεκτρονικού υπολογιστή αλλά επίσης γραφικά και ηχητικά στοιχεία τα οποία, μολονότι είναι κωδικοποιημένα σε γλώσσα ηλεκτρονικού υπολογιστή, έχουν αυτοτελή δημιουργική αξία που δεν μπορεί να περιοριστεί στην ανωτέρω κωδικοποίηση». Λαμβάνοντας δε τούτο ως δεδομένο συμπέρανε ότι, στο μέτρο που μετέχουν στην πρωτότυπη δημιουργία του έργου τα τμήματα ενός βιντεοπαιχνιδιού, εν προκειμένω τα ανωτέρω γραφικά και ηχητικά στοιχεία, προστατεύονται μαζί με το συνολικό έργο από το δικαίωμα του δημιουργού στο πλαίσιο της οδηγίας 2001/29» (σκέψη 23 της απόφασης). Εν ολίγοις, δέχθηκε, δηλαδή, το Δικαστήριο ότι τα περιεχόμενα στους υλικούς φορείς ηλεκτρονικά παιχνίδια πρέπει κατ’ αρχήν να προστατεύονται ως έργα πνευματικής ιδιοκτησίας λόγω της οπτικοακουστικής φύσης τους, και υπάγονται στην Οδηγία 2001/29/ΕΚ και όχι στην ειδικώς αναφερόμενη στο λογισμικό Οδηγία 2009/24. Όπως παρατήρησε η Γενική Εισαγγελέας στις προτάσεις της στην υπόθεση αυτή, «σε περιπτώσεις πολυσύνθετων έργων της διανοίας που περιλαμβάνουν τόσο προγράμματα ηλεκτρονικού υπολογιστή όσο και άλλο υλικό –και όταν δεν μπορούν να διαχωριστούν τα συστατικά αυτά– έχω την άποψη ότι πρέπει να προσφέρεται ευρύτερη και όχι περιορισμένη προστασία» (σκέψη 35 των προτάσεων, δημ. στην ίδια ως άνω ιστοσελίδα του Δικαστηρίου). Προς την ίδια κατεύθυνση, της αναγνώρισης του χαρακτήρα των παιχνιδιών ηλεκτρονικών υπολογιστών ως σύνθετων οπτικοακουστικών έργων και όχι ως απλού λογισμικού κινείται και η πρόσφατη νομολογία των δικαστηρίων των κρατών μελών. Έτσι, το Ακυρωτικό Δικαστήριο (Cour de cassation) της Γαλλίας στην υπ’ αρ. 732 απόφασή του της 25-6-2009 (07-20.387), επί πραγματικών περιστατικών ενσωμάτωσης μουσικής που δημιούργησαν μέλη οργανισμού συλλογικής διαχείρισης σε ηλεκτρονικά παιχνίδια, απεφάνθη ότι «το βιντεοπαιχνίδι είναι ένα πολύπλοκο έργο το οποίο δεν μπορεί να υποβαθμιστεί μόνο στη διάσταση του λογισμικού του, ανεξάρτητα από τη σημασία αυτού, έτσι ώστε κάθε μια από τις επιμέρους συμβολές να υπόκειται στους κανόνες που ισχύουν για αυτή, ανάλογα με τη φύση της καθεμίας», και ότι, συνεπώς, οφειλόταν στον οργανισμό συλλογικής διαχείρισης χρηματική αμοιβή για την μηχανική αναπαραγωγή της μουσικής των ηλεκτρονικών παιχνιδιών (δημ. στην ιστοσελίδα του Δικαστηρίου στην διεύθυνση www.courdecassation.fr/jurisprudence_2/premiere chambre civile 568/25_juin 13124.html)…]

Γιάννος Παραμυθιώτης, LL.M. [follow: @Paramythiotis_Y]

Online παραβιάσεις δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας: Νέο όπλο στα χέρια των δικαιούχων

Image source: https://commons.wikimedia.org

Image source: https://commons.wikimedia.org

Νέο όπλο στα χέρια των δικαιούχων δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και συγγενικών δικαιωμάτων θέτει η διάταξη του άρθρου 69 παρ. 8 του υπο διαβούλευση νόμου για την συλλογική διαχείριση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. 

Συγκεκριμένα με την παραπάνω διάταξη εισάγεται το άρθρο 66Ε στον ν.2121/1993, που προβλέπει διοικητική διαδικασία μέσω της οποίας internet access providers, hosting providers και διαχειριστές ιστοσελίδων θα υποχρεώνονται σε πράξεις άρσης της προσβολής των πνευματικών δικαιωμάτων. Έτσι με απόφαση ειδικής προς τούτο διοικητικής επιτροπής που συστήνεται στον Οργανισμό Πνευματικής Ιδιοκτησίας , οι access providers μπορεί να υποχρεώνονται σε διακοπή της πρόσβασης σε συγκεκριμένη ιστοσελίδα που περιέχει παράνομο υλικό ενώ οι hosting providers και οι διαχειριστές μπορεί να υποχρεώνονται σε αφαίρεση του παρανόμου υλικού. Σε περίπτωση δε μη συμμόρφωσης θα επιβάλλεται πρόστιμο ύψους 500-1000 ευρώ ανά ημέρα. Η νέα διοικητική αυτή διαδικασία δεν θίγει το δικαίωμα των δικαιούχων να ζητήσουν προστασία από τα πολιτικά δικαστήρια.

Το ζήτημα της άρσης διαδικτυακών προσβολών δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας απασχολεί εδώ και αρκετό καιρό τα δικαστήρια και τη νομική θεωρία. Το ζήτημα των δικαστικών blocking orders και της νομιμότητας τους διχάζει (βλ. σχετ. εδώ και εδώ). Όσον αφορά την αφαίρεση του παράνομου υλικού, τέτοια υποχρέωση υπέχει ο hosting provider βάσει του άρθρου 14 παρ. 1β' της Οδηγίας 2000/31/ΕΚ ενώ αντίστοιχη υποχρέωση έχει νομοθετηθεί και στις ΗΠΑ με το λεγόμενο Notice and Takedown. Δεδομένου λοιπόν ότι νομικά μέσα για την καταπολέμηση της online πειρατείας παρέχονται ήδη από το ιδιωτικό δίκαιο, η πρωτοβουλία του ΥΠΠΟ για την ενίσχυση του νομικού οπλοστασίου των δικαιούχων με μια διοικητική διαδικασία μάλλον στόχο έχει τη μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα και ταχύτητα ως προς την άρση των προσβολών, στοιχεία που λείπουν από την μέχρι τώρα πρακτική μέσω εξώδικων και δικαστικών ενεργειών. 

Η επίμαχη προς ψήφιση διάταξη έχει επί λέξει ως εξής:

"Προστίθεται άρθρο 66Εμε τίτλο «Κυρώσεις για προσβολές δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και συγγενικών δικαιωμάτων στο διαδίκτυο» ως εξής:

1. Σε περίπτωση προσβολής δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας ή/και συγγενικών δικαιωμάτων τελούμενης στο διαδίκτυο, ο δικαιούχος δύναται να τηρήσει την περιγραφόμενη στο παρόν άρθρο διαδικασία. Η παρούσα διαδικασία δεν εφαρμόζεται κατά τελικών χρηστών για προσβολές που τελούνται δια της τηλεφόρτωσης έργων (downloading) ή δια της ρευμάτωσης δεδομένων συνεχούς ροής (streaming) ή σε περιπτώσεις ανταλλαγής αρχείων μέσω ομότιμων δικτύων (peer to peer), οι οποίες επιτρέπουν την απευθείας ανταλλαγή μεταξύ τελικών χρηστών έργων σε ψηφιακή μορφή ή σε περιπτώσεις παροχής υπηρεσιών αποθήκευσης δεδομένων με την τεχνική υπολογιστικού νέφους (cloud computing). Η παρούσα διαδικασία δεν θίγει την προβλεπoμένη από τον Κανονισμό Διαχείρισης και Εκχώρησης Ονομάτων Χώρου (Domain Names) με κατάληξη .gr της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών & Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ), όπως ισχύει.
2. Για την υλοποίηση της διαδικασίας που προβλέπεται στο παρόν άρθρο, αρμόδια είναι η Επιτροπή για τη γνωστοποίηση διαδικτυακής προσβολής δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και συγγενικών δικαιωμάτων (εφεξής Επιτροπή), η οποία ιδρύεται με το παρόν άρθρο, έχουσα τον χαρακτήρα συλλογικού διοικητικού οργάνου. Η Επιτροπή είναι πενταμελής και συνεπικουρείται από το προσωπικό του ΟΠΙ. Η Επιτροπή αποτελείται από τον Πρόεδρο του ΟΠΙ, τον Διευθυντή του ΟΠΙ, έναν εκπρόσωπο της ΕΕΤΤ, που θα τον ορίζει ο Πρόεδρος της ΕΕΤΤ, έναν δικαστή του Αρείου Πάγου και έναν δικαστή του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ο Πρόεδρος της Επιτροπής είναι ο Πρόεδρος του ΟΠΙ και χρέη γραμματέα ασκεί υπάλληλος του ΟΠΙ που διορίζεται με απόφαση του διευθυντή του ΟΠΙ. Τα μέλη της και οι ισάριθμοι αναπληρωτές τους διορίζονται από τον Υπουργό Πολιτισμού με τριετή θητεία. Οι λεπτομέρειες συγκρότησης, λειτουργίας, αρμοδιοτήτων και αμοιβής της Επιτροπής, όπως και κάθε άλλο σχετικό ζήτημα, καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού. Στην ίδια απόφαση καθορίζεται και το τέλος που καταβάλλει ο ενδιαφερόμενος υπέρ του ΟΠΙ μαζί με την αίτησή του στην Επιτροπή ως τέλος εξέτασης της υπόθεσής του. Το τέλος αυτό προκαταβάλλεται και αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση έναρξης της διαδικασίας.
3. Ο δικαιούχος, του οποίου το δικαίωμα προσβάλλεται στο διαδίκτυο, υποβάλλει στην Επιτροπή αίτηση για άρση της προσβολής και παράλειψής της στο μέλλον σύμφωνα με τα κατωτέρω. Συμπληρώνει την ειδικά προδιατυπωμένη αίτηση προς την Επιτροπή (φόρμα αίτησης), η οποία διατίθεται από τον Ο.Π.Ι., και την υποβάλει εγγράφως είτε αυτοπροσώπως είτε ηλεκτρονικά με πιστοποιημένη ηλεκτρονική υπογραφή. Ταυτόχρονα ο δικαιούχος επισυνάπτει κάθε έγγραφο, το οποίο είναι πρόσφορο να αποδείξει το δικαίωμά του και ιδίως, όσα αναφέρονται ως υποχρεωτικά στην προδιατυπωμένη αίτηση.
4. Η Επιτροπή εντός δέκα (10) εργάσιμων ημερών από τη λήψη της αίτησης αποφασίζει είτε να συνεχίσει τη διαδικασία είτε να θέσει την υπόθεση στο αρχείο.
5. Η υπόθεση τίθεται στο αρχείο με πράξη της Επιτροπής, η οποία αναφέρει τουλάχιστον έναν από τους ακόλουθους λόγους: α) μη χρήση της προδιατυπωμένης αίτησης, β) έλλειψη επαρκούς πληροφόρησης, γ) ύπαρξη εκκρεμοδικίας μεταξύ των ίδιων μερών ή έκδοση οριστικής απόφασης επί της εξεταζόμενης διαφοράς, δ) έλλειψη αρμοδιότητας, ε) έλλειψη λόγων και επαρκών αποδεικτικών στοιχείων (προδήλως αβάσιμη) και, στ) απόσυρση της καταγγελίας πριν την εξέτασή της.
6. Σε περίπτωση συνέχισης της διαδικασίας η Επιτροπή ενημερώνει εντός δέκα (10) εργάσιμων ημερών από τη λήψη της αίτησης τούς παρόχους πρόσβασης στο διαδίκτυο, και, όπου είναι εφικτό, τον πάροχο υπηρεσίας φιλοξενίας και τους διαχειριστές ή/και τους ιδιοκτήτες των αναφερόμενων στην αίτηση ιστοσελίδων, για την έναρξη της διαδικασίας. Η γνωστοποίηση αυτή περιλαμβάνει τουλάχιστον τον ακριβή προσδιορισμό των δικαιωμάτων που υποστηρίζεται ότι προσβάλλονται, τις διατάξεις του νόμου που κατά δήλωση του δικαιούχου παραβιάζονται, περίληψη των γεγονότων και των αποτελεσμάτων της αξιολόγησης των αποδεικτικών στοιχείων, το αρμόδιο πρόσωπο προς το οποίο μπορούν να υποβληθούν αντιρρήσεις, τους όρους τερματισμού της διαδικασίας και αναφορά της δυνατότητας εκούσιας συμμόρφωσης των εμπλεκομένων.
7. Ο αποδέκτης της ως άνω γνωστοποίησης μπορεί να συμμορφωθεί εκουσίως στο αίτημα του αιτούντος ή να λάβει από αυτόν τη σχετική άδεια εντός δέκα (10) εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία της λήψης της γνωστοποίησης. Εναλλακτικά μπορεί να υποβάλει αντιρρήσεις εντός πέντε (5) εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία της λήψης της γνωστοποίησης αποστέλλοντας ταυτόχρονα όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει, ιδίως, ότι δεν υφίσταται προσβολή. Οι προθεσμίες αυτές παρατείνονται ως το διπλάσιο με απόφαση της Επιτροπής. Στην περίπτωση της εκούσιας συμμόρφωσης του αποδέκτη της γνωστοποίησης εκδίδεται απόφαση της Επιτροπής στην οποία αναφέρεται ρητά η οικειοθελής συμμόρφωσή του.
8. Μετά τη λήξη της προθεσμίας για υποβολή αντιρρήσεων και όπου κρίνεται απαραίτητο, η Επιτροπή αιτείται από οποιοδήποτε μέρος την προσκόμιση επιπλέον στοιχείων εντός πέντε (5) εργάσιμων ημερών.
9. Η Επιτροπή εντός πέντε (5) εργάσιμων ημερών από τη λήξη των ανωτέρω προθεσμιών εξετάζει την υπόθεση και το αργότερο εντός σαράντα (40) εργάσιμων ημερών από την υποβολή της αίτησης κοινοποιεί στους αποδέκτες της γνωστοποίησης και στον αιτούντα απόφαση με την οποία: α) είτε θέτει την υπόθεση στο αρχείο, στην περίπτωση που δεν πιθανολογείται προσβολή δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας ή/και συγγενικών δικαιωμάτων με αιτιολογημένη πράξη της, β) είτε, στην περίπτωση που αποδεικνύεται προσβολή, εκδίδει αιτιολογημένη απόφασή της, με την οποία καλεί τους αποδέκτες αυτής να συμμορφωθούν με αυτήν εντός προθεσμίας όχι μεγαλύτερης των τριών (3) εργάσιμων ημερών από την επίδοσή της προς αυτούς.
10. Η Επιτροπή με την απόφασή της καλεί τους αποδέκτες της γνωστοποίησης ή να απομακρύνουν το περιεχόμενο από την ιστοσελίδα στην οποία αυτό προσβάλλεται ή να διακόψουν την πρόσβαση σε αυτό ή τους καλεί στη λήψη οποιουδήποτε άλλου μέτρου κρίνει η Επιτροπή πρόσφορο.
11. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης προς το διατακτικό της απόφασης η Επιτροπή επιβάλλει πρόστιμο ποσού 500€ έως 1000€ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσης. Μεταξύ των κριτηρίων που λαμβάνονται υπόψη είναι η βαρύτητα της προσβολής. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Πολιτισμού, καθορίζονται η διαδικασία επιβολής και είσπραξης του προστίμου, οι αρμόδιες υπηρεσίες είσπραξης, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.
12. Η έναρξη της διαδικασίας ενώπιον της Επιτροπής δεν αναστέλλει ή άλλως θίγει την άσκηση αξιώσεων για την ίδια διαφορά ενώπιον της δικαιοσύνης. Ωστόσο, σε περίπτωση που υπάρξει προσφυγή από τον ίδιο αιτούντα με το αυτό αίτημα ενώπιον της δικαιοσύνης, η υπόθεση τίθεται στο αρχείο από την Επιτροπή σύμφωνα με το στοιχείο γ της παραγράφου 5. Ομοίως, η έκδοση απόφασης από την Επιτροπή δεν στερεί από τα εμπλεκόμενα μέρη το δικαίωμα να διεκδικήσουν την προστασία των έννομων συμφερόντων τους ενώπιον της δικαιοσύνης.
13. Κατά των αποφάσεων της Επιτροπής μπορεί να ασκηθεί προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών εντός τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης. Η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής και η άσκησή της δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της απόφασης, εκτός, εάν μετά από αίτηση του προσφεύγοντος το δικαστήριο την αναστείλει εν όλω ή εν μέρει. Η προσφυγή εκδικάζεται μέσα σε προθεσμία δύο (2) μηνών από την κατάθεσή της και εκδίδεται απόφαση εντός τεσσάρων (4) μηνών από την εκδίκασή της. Αναβολή χωρεί μόνο για μια φορά και για σπουδαίο λόγο. Η μετ’ αναβολή συζήτηση επαναπροσδιορίζεται εντός ενός μηνός από την αρχική δικάσιμο. Κατά της απόφασης του Διοικητικού Εφετείου χωρεί αίτηση αναίρεσης ενώπιον του ΣτΕ, η οποία εκδικάζεται εντός τριών (3) μηνών από την κατάθεση της αίτησης, ενώ η σχετική απόφαση εκδίδεται εντός (4) τεσσάρων μηνών από τη συζήτηση.»"

Γιάννος Παραμυθιώτης, LL.M. [follow: @Paramythiotis_Y]

Συχνό φαινόμενο η απόπειρα εξαπάτησης δικαιούχων σημάτων με email scam.

Παρατηρείται όλο και πιο συχνά το φαινόμενο απόπειρας εξαπάτησης με email σε σχέση με community trademarks (email scam). Συγκεκριμένα οι αιτηθέντες την καταχώριση κοινοτικού σήματος ή δικαιούχοι λαμβάνουν email με συνημμένο αρχείο pdf, το οποίο είναι παραπλανητικό και σκοπό έχει να πείσει ότι αποτελεί τιμολόγιο από την αρμόδια για την καταχώριση σημάτων ευρωπαϊκή ή διεθνή αρχή. Για την καταχώριση δήθεν ή ανανέωση του σήματος προτρέπει σε καταβολή ποσού σε τραπεζικό λογαριασμό εντός σύντομης προθεσμίας. Περιέχει μάλιστα εκτός από διακριτικά που προκαλούν σύγχυση και παραπέμπουν στον OHIM ή στον WIPO, όλα τα στοιχεία της αίτησης, σήμα, απεικόνιση, κλάσεις, προϊόντα και υπηρεσίες κλπ. Οι αποστολείς τέτοιων email καμία σχέση δεν έχουν με τις αρμόδιες  για την καταχώριση σημάτων κοινοτικές και διεθνείς αρχές. Το ηλεκτρονικό έγγραφο που προσομοιάζει σε τιμολόγιο του OHIM ή του WIPO είναι στην πραγματικότητα πρόταση για εγγραφή του σήματος σε άλλη, ιδιωτική βάση δεδομένων έναντι του αντιτίμου, υπηρεσία που είναι όπως γίνεται αντιληπτό παντελώς άχρηστη. Η πραγματική φύση και λειτουργία του εγγράφου αναφέρεται συνήθως με πολύ μικρά και αχνά γράμματα, έτσι ώστε να μην γίνεται αντιληπτή από τους αποδέκτες, οι οποίοι με βεβαιότητα σχεδόν, αν πληρώσουν, νομίζουν ότι εξυπηρετούν κάποια ανελαστική οικονομική τους υποχρέωση προς αρμόδια αρχή σε σχέση με την ισχύ του σήματός τους.  

Οι ενδιαφερόμενοι θα πρέπει να γνωρίζουν ότι ο OHIM δεν αποστέλλει ποτέ τιμολόγια ή επιστολές με στοιχεία πληρωμής στους αιτηθέντες καταχώρισης ή δικαιούχους κοινοτικών σημάτων. 

Ο WIPO έχει δημοσιεύσει μία χρήσιμη λίστα με τα παραπλανητικά mail που έχουν εντοπιστεί μέχρι τώρα. Μπορείτε να τη βρείτε εδώ.

(Image source: ClinicWise.Org)

(Image source: ClinicWise.Org)

Η PRS προετοιμάζει δικαστικές ενέργειες εναντίον του Soundcloud

prs-for-music.jpg

Με email που εστάλη σήμερα σε όλα τα μέλη της η PRS ανακοίνωσε την απόφασή της να εναγάγει την μουσική υπηρεσία streaming "Soundcloud", λόγω μη καταβολής αμοιβής για την χρήση του ρεπερτορίου της. 

Η PRS είναι βρετανικός οργανισμός συλλογικής διαχείρισης δικαιωμάτων συνθετών και στιχουργών. Διαχειρίζεται το δικαίωμα δημόσιας εκτέλεσης και παρουσίασης στο κοινό. Αντίθετα με την ελληνική ΑΕΠΙ που διαχειρίζεται και το δικαίωμα αναπαραγωγής στη Βρετανία αυτό δεν ελέγχεται από την PRS αλλά από την MCPS.

Στην επιστολή προς τα μέλη της η PRS αναφέρει ότι το Soundcloud καθιστά προσβάσιμα χιλιάδες μουσικά έργα δημιουργών που είναι μέλη της, αρνούμενο ταυτόχρονα να καταβάλλει την προβλεπόμενη από το αμοιβολόγιο αμοιβή. Σύμφωνα με τον οργανισμό η απόφαση ήταν δύσκολη και ελήφθη μετά από άγονες διαπραγματεύσεις 5 ετών. Για τη ενημέρωση του κοινού σχετικά με τα δικαιώματα των δημιουργών σε σχέση με χρήσεις streaming η PRS έχει ξεκινήσει την καμπάνια StreamFair.

Η αλήθεια είναι ότι το streaming έχει αλλάξει δραματικά το τοπίο στην αγορά της μουσικής. Οι δημιουργοί και οι ερμηνευτές διαμαρτύρονται ότι δεν αμείβονται σχεδόν καθόλου για τη χρήση της μουσικής και των ηχογραφήσεων τους από τις υπηρεσίες streaming. Από την άλλη οι υπηρεσίες ισχυρίζονται ότι διανέμουν όλο και μεγαλύτερα ποσά στους δικαιούχους.   

Γιάννος Παραμυθιώτης, LL.M. [follow: @Paramythiotis_Y]

  

BGH: Άκυρα τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας της Apple για την τεχνολογία "swipe to unlock"

Στη δίκη ενώπιον του γερμανικού ανώτατου ακυρωτικού δικαστηρίου (BGH) η Motorola αμφισβήτησε ότι την εγκυρότητα των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας που είχαν απονεμηθεί στην Apple σχετικά με την τεχνολογία "swipe to unlock". Πρόκειται για το ξεκλείδωμα της οθόνης ενός smartphone με συγκεκριμένη κίνηση του δακτύλου πάνω στην οθόνη.

                             GIF taken from https://www.youtube.com/watch?v=8eSrdgTHhK0

                             GIF taken from https://www.youtube.com/watch?v=8eSrdgTHhK0

Το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας χορηγείται για την προστασία εφεύρεσης που είναι νέα, περιέχει εφευρετική δραστηριότητα και είναι επιδεκτική βιομηχανικής εφαρμογής (στο ελληνικό δίκαιο βλ. άρθρο 5 ν.1733/1987). Αν δεν συντρέχει κάποιο από τα παραπάνω στοιχεία δεν χορηγείται δίπλωμα ή αν έχει ήδη χορηγηθεί αυτό ακυρώνεται δικαστικά. 

Στην περίπτωση αυτή το BGH έκρινε ότι δεν πληρούται η προϋπόθεση της εφευρετικής δραστηριότητας. Μπορεί η τεχνολογία της Apple να προσέθεσε ένα στοιχείο στην τεχνολογία swipe to unlock που ήταν ήδη γνωστή από την ενσωμάτωσή της σε κινητά τηλέφωνα της σουηδικής εταιρίας Neonode αλλά η προσθήκη αυτή δεν συνιστά εφευρετική δραστηριότητα. 

Η έννοια της εφευρετικής δραστηριότητας είναι αόριστη νομική έννοια, δύσκολο να συγκεκριμενοποιηθεί. 

Είναι η “δημιουργική συμβολή” του εφευρέτη στη στάθμη της τεχνικής. Έχει ύψος μεγαλύτερο από αυτό που αναμένεται από το μέσο ειδικό που ασχολείται με σχετικούς τεχνικούς τομείς. Προϋποθέτει “τεχνικό εμπλουτισμό” της στάθμης της τεχνικής.

Επομένως δεν είναι κάθε υπέρβαση της στάθμης της τεχνικής άξια προστασίας. Πρέπει αυτή η υπέρβαση να είναι αποτέλεσμα εφευρετικής δραστηριότητας. Υπάρχει δηλαδή ένα ενδιάμεσο στάδιο, στο οποίο υπάρχει μεν βελτίωση της τεχνικής, αυτή όμως η βελτίωση παραδίδεται στο public domain, επειδή δεν μπορεί να προστατευτεί με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. Είναι η “συνηθισμένη” βελτίωση που μπορεί να πετύχει ο μέσος ειδικός. 

Τέτοια ήταν η βελτίωση της τεχνολογίας της Apple στην ήδη υπάρχουσα τεχνολογία της Neonode σύμφωνα με το δικαστήριο.

Το δελτίο τύπου του BGH είναι διαθέσιμο στα γερμανικά εδώ

Γιάννος Παραμυθιώτης, LL.M. [follow: @Paramythiotis_Y]

  

26 Απριλίου: Παγκόσμια Ημέρα Διανοητικής Ιδιοκτησίας

Όπως όλα τα σημαντικά [και όχι μόνο] πράγματα στον κόσμο, έτσι και η Διανοητική Ιδιοκτησία έχει τη δική της Παγκόσμια Ημέρα. Χρόνια μας πολλά. To lawgrip.net γιορτάζει τη μέρα με τον κατάλληλο τρόπο, δηλαδή κλεισμένο μέσα στο σπίτι κυριακάτικα, γράφοντας μία εισήγηση για συνέδριο διανοητικής ιδιοκτησίας.

Φέτος η Ημέρα είναι αφιερωμένη στη μουσική και το slogan που έχει επιλεχθεί από τον WIPO είναι "Get up, stand up. For music" με προφανή αναφορά στον Bob Marley. Περισσότερα εδώ.

ΙΜΕ-ΓΣΕΒΕΕ: Εργαστήριο Διανοητικής Ιδιοκτησίας για Μικρομεσαίες Επιχειρήσεις

Το Ινστιτούτο Μικρών Επιχειρήσεων της Γενικής Συνομοσπονδίας Επαγγελματιών Βιοτεχνών Εμπόρων Ελλάδας (ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ), στο πλαίσιο υλοποίησης της πράξης «Δράσεις για την ενίσχυση του ρόλου της καινοτομίας και των μορφών συνεργασίας στις μικρές επιχειρήσεις» του Ε.Π «Ανάπτυξη Ανθρώπινου Δυναμικού», η οποία συγχρηματοδοτείται με πόρους της Ελλάδας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΚΤ), πραγματοποιεί Εργαστήριο Διανοητικής Ιδιοκτησίας(workshop), το οποίο αποτελεί και την πρώτη φάση, της δωρεάν υπηρεσίας υποστήριξης μικρομεσαίων επιχειρήσεων σε θέματα προστασίας και αξιοποίησης της διανοητικής ιδιοκτησίας.

Σκοπός του εργαστηρίου είναι η ενημέρωση των ωφελουμένων επιχειρήσεων γύρω από ζητήματα επιχειρησιακής στρατηγικής της διαχείρισης των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας (π.χ. ευρεσιτεχνίες, copyrights, εμπορικά σήματα, βιομηχανικά σχέδια).

Το Εργαστήριο θα πραγματοποιηθεί στις 17 Απριλίου 2015 στο ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, Αριστοτέλους 46, 10433, Αθήνα.

Η συμμετοχή στο Εργαστήριο αφορά μόνο στις επιχειρήσεις που έχουν δηλώσει συμμετοχή και επιλεγεί, βάσει της σχετικής πρόσκλησης ενδιαφέροντος.

Πρόγραμμα

1st Fashion Law Conference - 14.05.2015

Το πρώτο συνέδριο για τη σχέση του δικαίου με τη βιομηχανία της μόδας θα γίνει στο HUB την Πέμπτη 14 Μαΐου. Πολύ ενδιαφέρον το θέμα με εκλεκτούς ομιλητές και τη διανοητική ιδιοκτησία στο επίκεντρο.

Το lawgrip.net θα παρακολουθήσει το συνέδριο και θα επιστρέψει με report.

Όλες οι πληροφορίες εδώ.

Υπόθεση Christie's: Αμοιβή δημιουργού για τη μεταπώληση εικαστικών του έργων. Μπορεί να βαρύνεται ο αγοραστής;

Auction Room, Christie's, by Thomas Rowlandson (1756–1827) and Augustus Charles Pugin (1762–1832) (after) John Bluck (fl. 1791–1819), Joseph Constantine Stadler (fl. 1780–1812), Thomas Sutherland (1785–1838), J. Hill, and Harraden (aquatint engravers)

Auction Room, Christie's, by Thomas Rowlandson (1756–1827) and Augustus Charles Pugin (1762–1832) (after) John Bluck (fl. 1791–1819), Joseph Constantine Stadler (fl. 1780–1812), Thomas Sutherland (1785–1838), J. Hill, and Harraden (aquatint engravers)

Με τον καθορισμό του βαρυνόμενου την αμοιβή για το δικαίωμα παρακολούθησης του δημιουργού [droit de suite] ασχολήθηκε το ΔικΕΕ στην πρόσφατη απόφασή του Christies France.

Το δικαίωμα παρακολούθησης [Οδηγία 84/2001 και άρθρο 5 ν.2121/1993] συνίσταται στην απαίτηση του δημιουργού εικαστικών έργων να λαμβάνει ποσοστιαία αμοιβή από κάθε μεταπώληση του πρωτότυπου υλικού φορέα που ενσωματώνει το έργο του. Υλικοί φορείς των οποίων η μεταπώληση δημιουργεί την απαίτηση είναι πίνακες, τα κολάζ, τα έργα ζωγραφικής, τα σχέδια, οι εικόνες χαρακτικής, χαλκογραφίες και λιθογραφίες, τα γλυπτά, τα εργόχειρα χαλιά τοίχου (ταπισερί), τα κεραμικά και έργα υαλουργίας και οι φωτογραφίες, εφόσον τα έργα αυτά έχουν δημιουργηθεί εξ ολοκλήρου από τον δημιουργό ή πρόκειται για αντίτυπα που θεωρούνται ως πρωτότυπα έργα τέχνης. Το δικαίωμα είναι αναπαλλοτρίωτο ενώ ο δημιουργός δεν μπορεί να παραιτηθεί από αυτό. Η απαίτηση γεννάται μόνο σε περίπτωση μεταπώλησης σε εμπορική κλίμακα, εξαιρούνται δηλαδή οι μεταβιβάσεις μεταξύ ιδιωτών. Παρατηρείται ότι το δικαίωμα έχει ενοχικό χαρακτήρα, δεν παράγει δηλαδή απόλυτη ενέργεια. Ο δημιουργός δεν μπορεί να απαγορεύσει τη μεταπώληση, εφ' όσον το δικαίωμα διανομής του έχει αναλωθεί με την πρώτη μεταβίβαση, δικαιούται απλώς ποσοστιαίας αμοιβής. Το ύψος του ποσοστού καθορίζεται από το νόμο και βαίνει μειούμενο όσο ανεβαίνει το τίμημα της μεταπώλησης. Το ύψος της αμοιβής δεν μπορεί όμως να ξεπεράσει τα 12.500 ευρώ. 

Είναι προφανές ότι το δικαίωμα παρακολούθησης λειτουργεί προστατευτικά απέναντι στο δημιουργό, ο οποίος λαμβάνοντας -συχνά χαμηλή- κατ' αποκοπή αμοιβή για την πρώτη πώληση του έργου του, πχ. ενός πίνακα ζωγραφικής, μπορεί έτσι να συμμετέχει στην περαιτέρω οικονομική εκμετάλλευσή του, δικαίωμα που έχει κυρίως σημασία όταν το μοναδικής ενσωμάτωσης έργο αποκτά όλο και μεγαλύτερη αξία με την πάροδο του χρόνου. 

Η υπόθεση που έφτασε στο ΔικΕΕ αφορά το ειδικότερο θέμα του ποιος βαρύνεται την αμοιβή που πηγάζει από τη δικαίωμα παρακολούθησης. Σύμφωνα με το α.1 παρ. 4 της οδηγίας [αλλά και το α. 5 παρ. 1 του ελληνικού νόμου] υπόχρεος καταβολής είναι ο πωλητής ενώ με ειδική ρύθμιση θα μπορούσε να ευθύνεται και ο ενδιάμεσος επαγγελματίας [πχ ο οίκος δημοπρασίας]. 

Στους γενικούς όρους πωλήσεως ο γνωστός οίκος δημοπρασιών Christies έχει περιλάβει μία ρήτρα, σύμφωνα με την οποία, θα εισπράττει από τον αγοραστή το ποσό που αντιστοιχεί στο δικαίωμα παρακολούθησης στο όνομα και για λογαριασμό του πωλητή και στην συνέχεια θα το καταβάλλει στο δημιουργό ή στον οργανισμό συλλογικής διαχείρισης του οποίου ο δημιουργός είναι μέλος. Επί της ουσίας ο Christie's μετακυλίει συμβατικά το κόστος του δικαιώματος παρακολούθησης στον αγοραστή. Η SNA, επαγγελματική ένωση της οποίας τα μέλη ασκούν τις δραστηριότητές τους στην ίδια αγορά με αυτήν της Christie’s και ανταγωνίζονται, με τον τρόπο αυτόν, κατά την εν λόγω ένωση, την Christie's, άσκησε αγωγή στα γαλλικά δικαστήρια ζητώντας να κηρυχθεί άκυρη η εν λόγω ρήτρα λόγω αθέμιτου ανταγωνισμού κατά παράβαση της διάταξης του γαλλικού κώδικα διανοητικής ιδιοκτησίας που ενσωμάτωσε την οδηγία στη γαλλική έννομη τάξη. Η υπόθεση έφτασε μέχρι το Ανώτατο Ακυρωτικό της Γαλλίας, το οποίο απέστειλε στο ΔικΕΕ το εξής ερώτημα:

«Έχει ο κανόνας του άρθρου 1, παράγραφος 4, της οδηγίας 2001/84, ο οποίος επιβάλλει στον πωλητή την απορρέουσα από το δικαίωμα παρακολουθήσεως υποχρέωση καταβολής ποσοστών, την έννοια ότι ο εν λόγω πωλητής φέρει οριστικά το σχετικό κόστος χωρίς δυνατότητα συμβατικής παρεκκλίσεως;» 

Το ΔικΕΕ έδωσε την αυτονόητη απάντηση, ότι δηλαδή η οποιαδήποτε συμβατική ρύθμιση προβλέπει ότι ο αγοραστής επιβαρύνεται με το κόστος του δικαιώματος παρακολούθησης δεν απαλλάσσει τον πωλητή από την υποχρέωση καταβολής έναντι του δημιουργού, η οποία υποχρέωση θεμελιώνεται στην οδηγία. Πράγματι ακόμα και με την ύπαρξη εν ισχύ τέτοιας ρήτρας η αμοιβή για το δικαίωμα παρακολούθησης καταβάλλεται στον δημιουργό και πάλι από τον πωλητή [μέσω του οίκου, που εισπράττει από τον αγοραστή και αποδίδει στο όνομα και για λογαριασμό του πωλητή]. Ο σκοπός της ρύθμισης είναι να ορίσει ποιος θα καταβάλλει στον δημιουργό, όχι ποιου η περιουσία θα ελαττωθεί. Αν ο δημιουργός δεν πληρωθεί για τη μεταπώληση, θα έχει εκ του νόμου αγώγιμη αξίωση κατά του πωλητή και όχι κατά του αγοραστή. Αν ο αγοραστής δεν καταβάλει θα γεννηθεί εναντίον του αγώγιμη αξίωση εκ της συμβάσεως του με τον οίκο δημοπρασιών. Η τελική απάντηση του ΔικΕΕ στο ερώτημα έχει ως εξής:

Το άρθρο 1, παράγραφος 4, της οδηγίας 2001/84/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Σεπτεμβρίου 2001, σχετικά με το δικαίωμα παρακολούθησης υπέρ του δημιουργού ενός πρωτότυπου έργου τέχνης, έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται στη δυνατότητα του έχοντος την υποχρέωση καταβολής ποσοστών βάσει του δικαιώματος παρακολουθήσεως, προσδιοριζόμενου από την εθνική νομοθεσία, είτε αυτός είναι ο πωλητής είτε ένας επαγγελματίας της αγοράς έργων τέχνης που παρεμβαίνει στην εμπορική συναλλαγή, να συμφωνεί με κάθε άλλο πρόσωπο, περιλαμβανομένου του αγοραστή, ότι αυτό θα φέρει οριστικώς, εν όλω ή εν μέρει, το κόστος της καταβολής των σχετικών ποσοστών στον δημιουργό, στο πλαίσιο του δικαιώματος παρακολουθήσεως, καθόσον μια τέτοια συμβατική ρήτρα ουδόλως επηρεάζει τις υποχρεώσεις και την ευθύνη του βαρυνόμενου με την υποχρέωση καταβολής ποσοστών στον δημιουργό.

[Αναλυτικά για το δικαίωμα παρακολούθησης και την οδηγία 84/2001 βλ. Καλλινίκου, Το δικαίωμα παρακολούθησης και η Κοινοτική Οδηγία 2001/84, ΧρΙΔ 2002, 481 και Σταματούδη, Το δικαίωμα παρακολούθησης και η Οδηγία 2001/84/ΕΚ, ΝοΒ 2004, 883]

Γιάννος Παραμυθιώτης, LL.M. [follow: @Paramythiotis_Y]

Online προσβολή πνευματικής ιδιοκτησίας: Σε ποια χώρα θα δικαστεί η υπόθεση; Η απόφαση Pez Hejduk του ΔικΕΕ.

By Cédric Puisney from Brussels, Belgium (European Court of Justice - Luxembourg) [CC BY 2.0 (http://creativecommons.org/licenses/by/2.0)], via Wikimedia Commons

By Cédric Puisney from Brussels, Belgium (European Court of Justice - Luxembourg) [CC BY 2.0 (http://creativecommons.org/licenses/by/2.0)], via Wikimedia Commons

Έστω ότι o Χ είναι Έλληνας φωτογράφος. Μία μέρα και ενώ βρίσκεται σε επαγγελματικό ταξίδι στη Μαδρίτη, διαπιστώνει ότι σε μία ιστοσελίδα με γερμανικό top level domain [.de], την οποία διαχειρίζεται ένας Γάλλος υπήκοος με μόνιμη κατοικία στο Βέλγιο, παρουσιάζεται μια φωτογραφία δικής του δημιουργίας, χωρίς αυτός να έχει δώσει τη σχετική άδεια και χωρίς να έχει λάβει αμοιβή. Έξαλλος, απευθύνεται στο δικηγόρο του με εντολή αυτός να προχωρήσει σε άσκηση αγωγής αποζημίωσης κατά του διαχειριστή της ιστοσελίδας. Πριν προχωρήσει στη σύνταξη της αγωγής ο δικηγόρος πρέπει να απαντήσει στο εξής ερώτημα: Τα δικαστήρια ποιας χώρας έχουν διεθνή δικαιοδοσία να δικάσουν την αγωγή αποζημίωσης; Α. της Ελλάδας λόγω του ότι ο ενάγων είναι Έλληνας; Β. της Γερμανίας λόγω του ότι η ιστοσελίδα ανήκει στο γερμανικό top level domain; Γ. της Γαλλίας λόγω του ότι ο διαχειριστής της ιστοσελίδας είναι Γάλλος; Δ. του Βελγίου λόγω του ότι ο διαχειριστής έχει εκεί τη μόνιμη κατοικία του; Ε. της Ισπανίας λόγω του ότι η ιστοσελίδα με τη φωτογραφία του ενάγοντος ήταν προσβάσιμη εκεί; ΣΤ. κάποιας άλλης χώρας;    

Ένα τέτοιο ζήτημα διεθνούς δικαιοδοσίας επί αδικοπραξίας λόγω online προσβολής δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας απασχόλησε το ΔικΕΕ στην υπόθεση Pez Hejduk κατά EnergieAgentur.NRW GmbH.

1. Η υπόθεση

Η Pej Hejduk, κάτοικος Αυστρίας, είναι φωτογράφος με ειδίκευση στη φωτογράφιση αρχιτεκτονικής. Η γερμανική εταιρία EnergieAgentur πήρε την άδεια της για να χρησιμοποιήσει μία φωτογραφία της στα πλαίσια ενός συνεδρίου. Αντί όμως να περιοριστεί σε αυτή τη χρήση η EnergieAgentur "ανέβασε" τη φωτογραφία στην ιστοσελίδα της ενώ παρείχε επιπλέον στους επισκέπτες τη δυνατότητα να την αποθηκεύσουν στους υπολογιστές τους μέσω downloading. Η φωτογράφος άσκησε αγωγή αποζημίωσης λόγω προσβολής του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας στην Αυστρία. Η EnergieAgentur προέβαλε ένσταση ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας των αυστριακών δικαστηρίων. Ισχυρίστηκε ότι διεθνή δικαιοδοσία έχουν τα γερμανικά δικαστήρια εφ' όσον η εταιρία έχει την έδρα της στη Γερμανία και η ιστοσελίδα έχει γερμανικό top level domain. Επιπλέον ότι η ιστοσελίδα της δεν κατευθύνει τις δραστηριότητές της προς το αυστριακό κοινό έτσι ώστε να έχουν διεθνή δικαιοδοσία τα αυστριακά δικαστήρια. Η υπόθεση έφτασε μέχρι το ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο της Αυστρίας, το οποίο απέστειλε σχετικά το εξής προδικαστικό ερώτημα στο ΔικΕΕ:

«Έχει το άρθρο 5, σημείο 3, του κανονισμού [44/2001] την έννοια ότι, στο πλαίσιο διαφοράς λόγω προσβολής δικαιωμάτων συγγενικών προς το δικαίωμα του δημιουργού η οποία φέρεται να προκλήθηκε από το γεγονός ότι μια φωτογραφία κατέστη προσβάσιμη σε ιστοσελίδα που λειτουργεί υπό τον τομέα ανωτάτου επιπέδου (Top-Level-Domain) άλλου κράτους μέλους από εκείνο στο οποίο κατοικεί ο δικαιούχος, θεμελιώνεται δικαιοδοσία μόνο

– σε εκείνο το κράτος μέλος στο οποίο έχει την έδρα του ο φερόμενος ως αυτουργός της προσβολής, καθώς και

– σε εκείνο ή σε εκείνα τα κράτη μέλη, για τα οποία προορίζεται η ιστοσελίδα σύμφωνα με το περιεχόμενό της;»

2. O κανονισμός 44/2001

Το ζήτημα της διεθνούς δικαιοδοσίας επί αστικών και εμπορικών υποθέσεων ρυθμίζεται για τα κράτη μέλη της ΕΕ από τον κανονισμό 44/2001. Στο α.2 παρ.1 ο κανονισμός ορίζει ως γενική δικαιοδοσία αυτή του κράτους μέλους, στο οποίο έχει την κατοικία του ο εναγόμενος. Παράλληλα με αυτή μπορούν να συντρέχουν άλλες δικαιοδοσίες, όπως αυτή του α.5 παρ.3, που αφορά σε περιπτώσεις αδικοπραξιών. Σύμφωνα με το άρθρο αυτό επί αδικοπραξίας δικαιοδοσία έχουν και τα δικαστήρια του τόπου, όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός. Αυτός μπορεί να είναι τόσο ο τόπος τέλεσης της γενεσιουργού της ζημίας πράξεως όσο και ο τόπος επέλευσης της ζημίας. Έτσι η τέλεση του ζημιογόνου γεγονότος μπορεί να επιμεριστεί σε ξεχωριστά στάδια, τα οποία δύνανται να επέλθουν σε διαφορετικούς τόπους και χρόνους. Η υλική πράξη που θα προκαλέσει τη ζημία μπορεί να είναι κατά περίπτωση απομακρυσμένη χωρικά και χρονικά από την επέλευση της ζημίας, η οποία μπορεί να λάβει χώρα σε πολλά σημεία ταυτόχρονα. Η επέλευση της ζημίας σε συγκεκριμένο κράτος μέλος είναι το “κρίσιμο σημείο συνδέσεως” των δικαστηρίων του κράτους μέλους με τη υπόθεση, τους επιτρέπει να βρίσκονται αντικειμενικά σε καλύτερη θέση για να εκτιμήσουν το κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της ευθύνης του εναγομένου, με αποτέλεσμα να δικαιολογείται η αναγνώριση σε αυτά της διεθνούς δικαιοδοσίας για την επίλυση της διαφοράς.

3. Η επέλευση της ζημίας

Το ΔικΕΕ για να διαπιστώσει αν πράγματι επέρχεται ζημία σε συγκεκριμένο κράτος-μέλος [έτσι ώστε να αποδοθεί στα δικαστήριά του διεθνής δικαιοδοσία] έχει εφαρμόσει στο παρελθόν διαφορετικής φύσης κριτήρια σε υποθέσεις online προσβολής άυλων δικαιωμάτων. Έτσι σε περιπτώσεις προσβολής της προσωπικότητας έχει προκρίνει ότι η ζημία -στο σύνολό της- επέρχεται στο κράτος-μέλος, στο οποίο εντοπίζεται το επίκεντρο των συμφερόντων του παθόντος (βλ. απόφαση eDate Advertising), σε περιπτώσεις προσβολής βάσης δεδομένων στο κράτος-μέλος, στο κοινό του οποίου "στοχεύει" η προσβάλλουσα ιστοσελίδα (βλ. απόφαση Football Dataco) ενώ στην περίπτωση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας σε κάθε κράτος μέλος, από το οποίο υπάρχει πρόσβαση στην επίμαχη ιστοσελίδα (βλ. αποφάσεις Pinkney, επί της οποίας αναλυτικό σχόλιο του γράφοντος έχει δημοσιευθεί στα Χρονικά Ιδιωτικού Δικαίου, Δεκέμβριος 2013, σελ. 757 επ. και Hi Hotel.)

4. Η απόφαση

Με αυτή του την απόφαση και σε ό,τι αφορά online προσβολή δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας το ΔικΕΕ  προκρίνει για τρίτη φορά σε μικρό χρονικό διάστημα -και επιβεβαιώνει έτσι- το κριτήριο της πρόσβασης. Συνοψίζει το ΔικΕΕ:

"Το άρθρο 5, σημείο 3, του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, έχει την έννοια ότι, σε περίπτωση προβαλλόμενης προσβολής του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας και των συγγενικών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στο κράτος μέλος του δικαστηρίου ενώπιον του οποίου ασκήθηκε σχετική αγωγή, το τελευταίο έχει δικαιοδοσία, ως δικαστήριο του τόπου επελεύσεως της ζημίας, να κρίνει επί της αγωγής εφόσον ζητείται να αναγνωριστεί ευθύνη για την προσβολή των ως άνω δικαιωμάτων λόγω αναρτήσεως προστατευόμενων φωτογραφιών σε διαδικτυακό ιστότοπο προσβάσιμο στην περιφέρειά του. Το δικαστήριο αυτό είναι αρμόδιο να κρίνει μόνον επί της ζημίας που προκλήθηκε εντός του κράτους μέλους όπου έχει την έδρα του."

Εφ' όσον μία ιστοσελίδα παρουσιάζει παράνομα στο κοινό μια φωτογραφία [ή οποιοδήποτε άλλο έργο με την έννοια του δικαίου πνευματικής ιδιοκτησίας], τότε ζημία του δικαιούχου επέρχεται σε κάθε κράτος μέλος, στο οποίο υπάρχει πρόσβαση στην εν λόγω ιστοσελίδα. Γίνεται επομένως αντιληπτό ότι σε περιπτώσεις αγωγής αποζημίωσης λόγω online προσβολής δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας ουδεμία σχέση έχει για τη διεθνή δικαιοδοσία των αστικών δικαστηρίων η ιθαγένεια ή ο τόπος εγκατάστασης του προσβολέα, το top level domain, το που βρίσκονται οι servers που φιλοξενούν την ιστοσελίδα ή το αν η ιστοσελίδα επιδιώκει να στοχεύσει το κοινό συγκεκριμένου κράτους. Αρκεί η διαπίστωση της δυνατότητας πρόσβασης στην ιστοσελίδα από συγκεκριμένο κράτος-μέλος.

Το δικαστήριο όμως μπορεί να επιδικάσει αποζημίωση μόνο ως προς τη ζημία που υπέστη ο δικαιούχος στο έδαφος του συγκεκριμένου κράτους μέλους, στο οποίο το Δικαστήριο έχει την έδρα του και όχι για την τυχόν συνολική του ζημία. Η ζημία κατακερματίζεται με αυτόν τον τρόπο και χωρίζεται σε τόσα κομμάτια όσα και τα κράτη από τα οποία υπήρχε πρόσβαση στην ιστοσελίδα. [Σημ: στην πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση eDate Advertising το ΔικΕΕ δέχτηκε διαζευκτικά με το κριτήριο του επίκεντρου συμφερόντων και το κριτήριο της πρόσβασης, εφ' όσον ζητείται η ανόρθωση μόνο αυτής της ζημιάς που προκλήθηκε στο συγκεκριμένο κράτος-μέλος, στο έδαφος του οποίου έχει την έδρα του το δικαστήριο.] 

5. Κριτική αποτίμηση

Η υιοθέτηση του κριτηρίου της πρόσβασης για τον προσδιορισμό του τόπου επέλευσης της ζημίας που οδηγεί σε απονομή διεθνούς δικαιοδοσίας διευκολύνει το δίχως άλλο τους δικαιούχους στην επιδίωξη αποζημίωσης λόγω προσβολής δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. Η πρόσβαση αποδεικνύεται ευκολότερα σε σχέση με τη στόχευση συγκεκριμένου κοινού κράτους-μέλους ή την ύπαρξη του επίκεντρου των συμφερόντων σε αυτό. Οι δικαιούχοι έχουν επίσης ευχέρεια να επιλέξουν, δεδομένης της διασυνοριακότητας του internet, το δικαστήριο αυτού του κράτους μέλους, στο οποίο συγκεντρώνονται σε μεγαλύτερο βαθμό τα συμφέροντά τους, στο οποίο έχουν υποστεί τη μεγαλύτερη ζημία ή στο οποίο, λόγω του ουσιαστικού δικαίου, δικαιούνται τη μεγαλύτερη αποζημίωση κοκ. Από την άλλη μία τέτοια λύση μπορεί να οδηγήσει σε forum shopping. Ο δε εδαφικός κατακερματισμός της ζημίας δημιουργεί το πρόβλημα της ουσιαστικής αδυναμίας να διεκδικηθεί αποζημίωση για το σύνολο της ζημίας, αφού θα πρέπει να ασκηθούν τόσες αγωγές, όσα και τα ευρωπαϊκά κράτη στα οποία υπήρχε πρόσβαση στην προσβάλλουσα ιστοσελίδα. Δυσχερής θα είναι επίσης ο υπολογισμός της αποζημίωσης για τη ζημία που επήλθε μόνο σε συγκεκριμένο κράτος. Σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο πάντως η αποζημίωση δεν μπορεί να είναι κατώτερη από το διπλάσιο της αμοιβής που συνήθως ή κατά νόμο καταβάλλεται για το είδος της εκμετάλλευσης που έκανε χωρίς την άδεια ο υπόχρεος [α. 65 παρ. 2 ν.2121/1993]. Έτσι, αν υποτεθεί ότι διεθνή δικαιοδοσία έχουν τα ελληνικά δικαστήρια, θα πρέπει να διαπιστωθεί, τι αντίτιμο θα οφειλόταν για την περιορισμένη εδαφικώς στην Ελλάδα χρήση του έργου. Τέλος υπάρχει ο κίνδυνος έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων από δικαστήρια διαφορετικών κρατών μελών, την αποτροπή του οποίου στοχεύει ο Κανονισμός. Ο Γενικός Εισαγγελέας, Pedro Cruz Villalon, στην πρότασή του, είχε διαφωνήσει ρητώς με την υιοθέτηση του κριτηρίου της πρόσβασης. Αντ' αυτού πρότεινε την απονομή διεθνούς δικαιοδοσίας στα δικαστήρια του κράτους-μέλους που συνέβη το ζημιογόνο γεγονός [εν προκειμένω στα γερμανικά δικαστήρια], τα οποία θα μπορούν να επιδικάσουν αποζημίωση για το σύνολο της προκληθείσας ζημίας και όχι μόνο γι' αυτό της το τμήμα, το οποίο επήλθε στο έδαφος του κράτους-μέλους της έδρας τους. Το ΔικΕΕ δεν ακολούθησε την πρότασή του.

Γιάννος Παραμυθιώτης, LL.M. [follow: @Paramythiotis_Y]