Πρέπει οι πάροχοι Internet να μπλοκάρουν πειρατικά sites? Νέα απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών

Η υποχρέωση των παρόχων internet για λήψη τεχνικών μέτρων, τα οποία θα καθιστούν ανέφικτη την πρόσβαση χρηστών του internet σε ιστοσελίδες με πειρατικό περιεχόμενο (blocking orders), είναι ένα από τα πλέον επίκαιρα και αμφιλεγόμενα ζητήματα στο χώρο της πνευματικής ιδιοκτησίας. Οι δικαιούχοι προστατευόμενων έργων παγκοσμίως προσπαθούν να απαγορεύσουν την πρόσβαση σε ιστοσελίδες από τις οποίες γίνεται παράνομη διάδοση των έργων τους, κάνοντας χρήση των εργαλείων που προσφέρει κάθε έννομη τάξη. Ο ελληνικός νόμος 2121/1993 στο άρθρο 64Α [αποτέλεσμα της ενσωμάτωσης του άρθρου 8 παρ. 3 της οδηγίας Infosoc στην ελληνική έννομη τάξη] δίνει τη δυνατότητα στους δικαιούχους να ζητήσουν τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων κατά των διαμεσολαβητών, οι υπηρεσίες των οποίων χρησιμοποιούνται από τρίτο για την προσβολή του δικαιώματος του δημιουργού ή συγγενικού δικαιώματος.

Στα πλαίσια αυτά 5 οργανισμοί συλλογικής διαχείρισης δικαιωμάτων δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και συγγενικών δικαιωμάτων (Grammo, Αθηνά, ΟΣΔΕΛ, ΑΕΠΙ και ΕΠΟΕ) με αιτήσεις τους στο δικαστήριο ζήτησαν να υποχρεωθούν οι καθ'ων πάροχοι internet να απαγορεύουν την πρόσβαση σε συγκεκριμένες ιστοσελίδες με την αιτιολογία ότι αυτές προβαίνουν σε παράνομη διάθεση στο κοινό προστατευόμενων από αυτούς έργων. Το δικαστήριο προχώρησε σε συνεκδίκαση των αιτήσεων λόγω συνάφειας ενώ αξίζει να σημειωθεί ότι στη δίκη άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των ΟΣΔ και ο Οργανισμός Πνευματικής Ιδιοκτησίας. Η με αριθμό 13478/2014 απόφαση εκδόθηκε προ ολίγων ημερών, είναι διαθέσιμη (ακαθαρόγραφη) στην ιστοσελίδα void.gr και παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον. 

Στις 49 σελίδες της η απόφαση ασχολείται αναλυτικά με τα ζητήματα που προκύπτουν από τη χρήση και διάδοση έργων στο διαδίκτυο, εξηγεί ποια είναι η νομική θέση και η ευθύνη των παρόχων internet, εξειδικεύει τις τεχνικές διαδικασίες μετάδοσης δεδομένων στο internet και αναλύει τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να προσβάλλονται δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας στο online περιβάλλον. Καταλήγει δε σε απόρριψη των αιτήσεων κάνοντας στάθμιση ανάμεσα στα συμφέροντα των δικαιούχων και στα συμφέροντα των παρόχων internet αλλά και των χρηστών επί τη βάσει των ατομικών ελευθεριών και της συνταγματικά προβλεπόμενης αρχής της αναλογικότητας. Τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της απόφασης είναι τα ακόλουθα:

1. Αναλύεται διεξοδικά γιατί από το συνδυασμό των των διατάξεων των ν.2121/1993, ΠΔ 131/2003, ν. 3471/2006, ΠΔ 42/2005 και ν. 2225/1994 δεν είναι δυνατή η αίτηση και λήψη των στοιχείων σύνδεσης ενός χρήστη στο διαδίκτυο από την εταιρία που του παρέχει σύνδεση (βλ. σχετικά εδώ). Πώς δηλαδή η νομοθεσία περί προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και περί απορρήτου των επικοινωνιών απενεργοποιεί το δικαίωμα των δικαιούχων να πληροφορούνται την ταυτότητα των προσώπων που πιθανόν προσβάλλουν τα δικαιώματά τους στο online περιβάλλον. 

2. Γίνεται νομική αξιολόγηση των εννοιών hyperlinking, framing και browsing χωρίς όμως να αναφέρονται και να λαμβάνονται υπόψη οι αποφάσεις του ΔικΕΕ Svensson, Bestwater (βλ. αναλ. εδώ) και Meltwater, οι οποίες αφορούν κατ΄ αντιστοιχία στα θέματα αυτά. Και ενώ στην περίπτωση του browsing η άποψη του δικαστηρίου δεν απέχει από αυτή του ΔικΕΕ [το browsing συνεπάγεται προσωρινή, επιτρεπόμενη σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 της οδηγίας Infosoc, αναπαραγωγή] στο θέμα του hyperlinking και του framing υιοθετεί μία άποψη [είναι πράξεις αδιάφορες ως προς το δίκαιο πνευματικής ιδιοκτησίας-δεν συνεπάγονται ούτε αναπαραγωγή ούτε παρουσίαση στο κοινό], η οποία παρά την ορθότητά της, δεν ακολουθήθηκε από το ΔικΕΕ [σύμφωνα με το οποίο οι πράξεις αυτές συνεπάγονται παρουσίαση του έργου στο κοινό, παραβιάζουν όμως τα δικαιώματα του δημιουργού μόνο όταν το κοινό αυτό είναι "νέο", όταν δηλαδή δεν είχε ληφθεί υπόψη από τον δικαιούχο κατά την αρχική παρουσίαση του έργου στο κοινό]. Σημειωτέον ότι και οι τρεις αυτές αποφάσεις έχουν δημοσιευθεί από το ΔικΕΕ σε χρόνο αρκετά προγενέστερο της έκδοσης της απόφασης.   

3. Το αίτημα μπλοκαρίσματος των ιστοσελίδων απορρίπτεται ως αντιβαίνον "στην αρχή της αναλογικότητας και στο απαραβίαστο (α) της ελευθερίας της πληροφόρησης (άρθρο 5 α παρ. 1 Σ), (β) του δικαιώματος συμμετοχής στην κοινωνία της πληροφορίας (άρθρο 5 α παρ. 2 Σ), ως αναγκαίας προϋπόθεσης για την ισότιμη συμμετοχή των ατόμων στην κοινωνική, πολιτική, και οικονομική ζωή καθώς και για την με ουσιαστικό τρόπο ενάσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων τους, (γ) του δικαιώματος προστασίας από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση των προσωπικών δεδομένων (άρθρο 9 α Σ), (δ) του απορρήτου της ελεύθερης ανταπόκρισης και επικοινωνίας (άρθρο 19 Σ)". Το περιεχόμενο των αρχών και ελευθεριών αυτών, το οποίο μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο διδακτορικών διατριβών, είναι προφανές ότι δεν μπορεί να αναλυθεί με το παρόν. Αρκετά συνοπτικά και σε συνδυασμό με τα γενικώς αναφερόμενα στο σκεπτικό της απόφασης:

Το βασικό επιχείρημα του δικαστηρίου είναι ότι με την εφαρμογή του αιτούμενου μέτρου (blocking) αποκλείεται η πρόσβαση σε ιστοσελίδες ή υπηρεσίες, οι οποίες μπορεί να περιέχουν ή να διανέμουν πειρατικό περιεχόμενο αλλά όχι μόνο τέτοιο. Ειδικότερα ότι μπορεί μέσω αυτών να παρέχεται πρόσβαση σε ελεύθερες πληροφορίες ή να διαμοιράζονται αρχεία, χωρίς να παραβιάζονται δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, είτε γιατί αυτά δεν περιλαμβάνουν έργα με τη νομική έννοια του όρου είτε γιατί η χρονική διάρκεια προστασίας τους έχει λήξει είτε γιατί ο διαμοιρασμός τους είναι νόμιμος (πχ με άδεια creative commons). Ο αποκλεισμός αυτός συνιστά σύμφωνα με το δικαστήριο περιορισμό του δικαιώματος στην ελευθερία της πληροφόρησης και στη συμμετοχή στην κοινωνία της πληροφορίας, περιορισμός που δεν δικαιολογείται από την ύπαρξη δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και δεν υπακούει στην αρχή της αναλογικότητας. Λέει η απόφαση στη σελ. 22: "Τεχνολογικές παρεμβάσεις στην κοινωνία της πληροφορίας με τις οποίες πάροχοι πρόσβασης διακόπτουν ή υποβαθμίζουν σημαντικά την παροχή υπηρεσιών μέσω των δικτύων τους, οι οποίες παρεμβάσεις μπορούν να κατηγοριοποιηθούν σε διακοπή πρόσβασης σε υπηρεσίες (πχ p2p) ή σε περιεχόμενο (πχ ιστοσελίδες ή συνολικά ιστότοπους) [...] θα πρέπει να κρίνονται συλλήβδην ασύμβατες με την ελληνική έννομη τάξη [...]". Συνεχίζει "Διάφορη είναι η νομική αξιολόγηση των περιπτώσεων που επί τη βάσει της δικαστικής απόφασης πάροχοι [...] υποχρεώνονται να διακόψουν την πρόσβαση σε ειδικά ορισμένο δικτυακό περιεχόμενο [...]. Τέτοιες περιπτώσεις αφορούν τη διακοπή πρόσβασης σε συγκεκριμένες ιστοσελίδες ορισμένου ιστοτόπου". Και καταλήγει "Είναι όμως αμφιλεγόμενη η αποτελεσματικότητα μιας τέτοιας δικαστικής προστασίας [...] δεδομένου ότι οι ιστοσελίδες στις οποίες τυχόν διακόπτεται με τέτοιο τρόπο η πρόσβαση μπορούν άμεσα να αντιγράφονται και να μεταφέρονται αλλού". 

Είναι προφανές ότι το δικαστήριο απορρίπτει στην ουσία συνολικά το δικαστικό μέσο του blocking order. Αυτό μπορεί να είναι νόμιμο μόνο κατ΄ εξαίρεση, σε κάθε περίπτωση όμως θα είναι αναποτελεσματικό (κάνει άραγε το δικαστήριο και σε αυτό το σημείο έμμεση νύξη στην αρχή της αναλογικότητας;)

4. Εντυπωσιάζει το γεγονός ότι το δικαστήριο, ενώ βασίζει την απόρριψη του αιτήματος στην στάθμιση θεμελιωδών δικαιωμάτων, ακολουθώντας επί της ουσίας την απόφαση Sabam του ΔικΕΕ, παραλείπει να αναφέρει την απόφαση Telekabel του ΔικΕΕ, η οποία δημοσιεύθηκε στις 24 Μαρτίου 2014, και η οποία αφορά το ίδιο θέμα, υπό ποιες προϋποθέσεις δηλαδή αντιτίθεται σε αναγνωρισμένα από το ενωσιακό δίκαιο θεμελιώδη δικαιώματα δικαστική διάταξη με την οποία πάροχος internet υποχρεώνεται να αποκλείσει την πρόσβαση σε ιστότοπο. 

Σημειώνεται ότι η απόφαση είναι contra στην 4658/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε μετά από αίτηση ΟΣΔ και διέταξε τον αποκλεισμό 2 ιστοσελίδων. Στην συγκεκριμένη απόφαση γίνεται εκτενής αναφορά στους λόγους για τους οποίους, κατά την κρίση του δικαστηρίου, η λήψη του συγκεκριμένου μέτρου δεν παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας.

Γιάννος Παραμυθιώτης, LL.M. [follow: @Paramythiotis_Y]