Χρώμα και εμπορικά σήματα -με αφορμή την υπόθεση Sparkasse Rot-

Με το ζήτημα της δυνατότητας κατάθεσης ενός χρώματος ως σήματος ασχολήθηκε εκ νέου το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση Sparkasse Rot. Γενική αρχή που έχει νομολογηθεί ήδη από το ΔικΕΕ είναι ότι η καταχώριση ενός χρώματος ως εμπορικού σήματος επιτρέπεται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, λαμβάνοντας υπόψιν την προστασία του γενικού συμφέροντος αλλά και του ελεύθερου ανταγωνισμού (βλ. αποφάσεις Libertel και Ηeidelberger Bauchemie).  

Στο ιστορικό της υπόθεσης Sparkasse Rot η γερμανική τράπεζα Sparkasse καταχώρισε ως σήμα για τις υπηρεσίες και τα προϊόντα της μία απόχρωση του κόκκινου χρώματος χωρίς κανένα περίγραμμα, λεκτικό μέρος ή απεικόνιση. Με την καταχώριση σήματος ο δικαιούχος μπορεί να απαγορεύει σε ανταγωνιστές του να χρησιμοποιούν στην αγορά το χρώμα αυτό για ομοειδή προϊόντα και υπηρεσίες. Οι τράπεζες Oberbank, Banco Santander και Santander Consumer Bank, οι οποίες χρησιμοποιούν επίσης το κόκκινο χρώμα στην “επικοινωνία” με τους πελάτες τους (εμπορικά σήματα, σλόγκαν, επιγραφές, καταστήματα, ΑΤΜ κ.α) ζήτησαν την διαγραφή του σήματος με το επιχείρημα ότι αυτό ως ένα κοινό χρώμα δεν έχει διακριτική ικανότητα ως προς τα προϊόντα και τις υπηρεσίες για τις οποίες καταχωρίστηκε.

Η υπόθεση έφτασε στο γερμανικό Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο για Ευρεσιτεχνίες και Σήματα (Bundespatentgericht), το οποίο απέστειλε στο ΔικΕΕ τρία προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία της Οδηγίας 95/2008 για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων. 

Για την πλήρη κατανόηση της υπόθεσης πρέπει να αναφερθεί η βασική αρχή του δικαίου των σημάτων, ότι ένα σήμα το οποίο εγγενώς δεν έχει διακριτική ικανότητα μπορεί να την αποκτήσει μέσω της χρήσης του στις συναλλαγές. Με άλλα λόγια οι καταναλωτές λόγω της έντονης κυκλοφορίας και προβολής των προϊόντων/υπηρεσιών για τα οποία χρησιμοποιείται το σήμα, αναγνωρίζουν πλέον ότι αυτό αφορά προϊόντα/υπηρεσίες μίας συγκεκριμένης επιχείρησης."

Στο πρώτο ερώτημα ενώπιον του ΔικΕΕ τέθηκε το ζήτημα κατά πόσο η γνώμη των καταναλωτών μέσω μίας δημοσκόπησης, μπορεί να αποτελέσει κρίσιμο για το δικαστήριο στοιχείο για την εκτίμηση απόκτησης κατά τα ανωτέρω διακριτικής ικανότητας ενός σήματος. Το ΔικΕΕ επιβεβαίωσε την πάγια θέση του Κοινοτικού Γραφείου Σημάτων όσον αφορά τη βαρύτητα των δημοσκοπήσεων ως αποδεικτικών μέσων για την επικράτηση ενός σήματος στις συναλλαγές. Σε αντίθεση με τη θέση της νομολογίας των γερμανικών δικαστηρίων, το ΔικΕΕ έκρινε ότι το αποτέλεσμα μίας τέτοιας δημοσκοπήσεως δεν μπορεί να συνιστά το μοναδικό καθοριστικό στοιχείο βάσει του οποίου μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι το σήμα έχει αποκτήσει διακριτικότητα λόγω χρήσεως. Η επιφυλακτικότητα του ΔικΕΕ, μοιάζει δικαιολογημένη καθώς κατά πάγια νομολογία του, για την κρίση περί διακριτικότητας λόγω χρήσης λαμβάνεται υπόψιν ένα σύνολο κρίσιμων παραγόντων (μερίδιο αγοράς, εντατική χρήση, γεωγραφική έκταση και διάρκεια) οι οποίοι πιθανώς να μην μπορούν να προκύψουν από μία δημοσκόπηση, όσο υψηλό ποσοστό αναγνωρισιμότητας και να καταδεικνύει αυτή για το επίμαχο εμπορικό σήμα.

Το δεύτερο και το τρίτο των προδικαστικών ερωτημάτων, αφορούν σε πιο εξειδικευμένα ζητήματα που σχετίζονται με την ερμηνεία της κοινοτικής Οδηγίας 2008/95 και την αλληλεπίδραση των διατάξεων περί διαγραφής σήματος με τις εκ του νόμου προϋποθέσεις καταχώρισής του και συγκεκριμένα την επίκτητη διακριτικότητα λόγω χρήσης.

Πρέπει στο σημείο αυτό να σημειωθεί ότι η Οδηγία 2008/95 (αρ.3 παρ. 3) δίνει την ευχέρεια στα κράτη μέλη να προβλέπουν ότι ο διακριτικός χαρακτήρας ενός σήματος μπορεί να αποκτηθεί και μετά την κατάθεσή του.

Ο γερμανικός νόμος περί σημάτων στο θέμα της ημερομηνίας είναι παρεμφερής με τον -σχετικά πρόσφατο 4072/2012-  ελληνικό νόμο, και προβλέπει ότι κρίσιμο χρονικό σημείο για την απόκτηση διακριτικού χαρακτήρα είναι η ημερομηνία κατάθεσης του σήματος. Αυτό σημαίνει ότι τα τυχόν προσκομιζόμενα στοιχεία χρήσης ενός σήματος πρέπει να είναι προγενέστερα της κατάθεσής του για να ληφθούν υπόψιν στην κρίση περί τυχόν επικράτησης του σήματος στις συναλλαγές.

Κατά το ΔικΕΕ εφόσον ο εθνικός νομοθέτης στη Γερμανία δεν έχει κάνει χρήση της παραπάνω ευχέρειας που του δίνει η οδηγία 2008/95, τότε το κρίσιμο χρονικό σημείο για την απόδειξη της διακριτικότητας είναι η ημερομηνία κατάθεσής του σήματος. Εφόσον αυτό ισχύει για την καταχώριση, ισχύει και στο πλαίσιο μίας αίτησης διαγραφής. Από την απάντηση του ΔικΕΕ στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα, μπορεί να συναχθεί ότι το βάρος απόδειξης βαρύνει κατά κανόνα τον δικαιούχο του σήματος (και όχι τον αιτούντα τη διαγραφή), ο οποίος πρέπει να προσκομίσει στοιχεία επικράτησης του σήματος στις συναλλαγές έως την ημερομηνία αυτή.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η σχετικά πρόσφατη απόφαση του ΔικΕΕ Specsavers η οποία μεταξύ άλλων ζητημάτων έκρινε και για το χρώμα ενός σήματος, αυτή τη φορά στο πλαίσιο αντιδικίας για το αν υφίσταται κίνδυνος σύγχυσης ή/και αθέμιτη εκμετάλλευση σήματος φήμης. Κρίθηκε ότι αποτελεί επιβαρυντικό στοιχείο κατά του δικαιούχου μεταγενέστερου σήματος, το γεγονός ότι χρησιμοποιεί σε σήμα του, το ίδιο χρώμα με το οποίο έχει γίνει γνωστό στον καταναλωτή ανταγωνιστική επιχείρηση, ακόμα και αν το προγενέστερο σήμα της επιχείρησης αυτής έχει καταχωριστεί μόνο στην ασπρόμαυρη εκδοχή του.

Σε συνέχεια της απόφασης Specsavers το Κοινοτικό γραφείο σημάτων άλλαξε την Πρακτική του όσον αφορά τις Oδηγίες Εναρμονισμένης Πρακτικής που παρέχει στα κατά τόπους Γραφεία Σημάτων των Κρατών μελών (μεταξύ των οποίων και το ελληνικό), αλλά όχι προς την κατεύθυνση που προσδοκούσαν οι περισσότεροι δικαιούχοι ασπρόμαυρων σημάτων, καθώς υφίσταται μείωση του πεδίου προστασίας των σημάτων αυτών. Χωρίς η πρακτική αυτή να είναι απόλυτα δεσμευτική για τα δικαστήρια, είναι χρήσιμη για τον καθορισμό στρατηγικής κατάθεσης σημάτων δικαιούχων για τους οποίους το χρώμα έχει έντονα διακριτικό ρόλο στα σήματά τους.

Ενα χειροπιαστό παράδειγμα αντιδικίας στην οποία το όμοιο χρώμα το οποίο επέλεξαν οι ανταγωνιστές έπαιξε ρόλο στην τελική απόφαση του δικαστηρίου, είναι η πρόσφατη απόφαση του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου (Bundesgerichtshof) μεταξύ των εταιριών Langenscheidt και Rosetta Stone. Το δικαστήριο, αναφερόμενο και στις παραπάνω αποφάσεις του ΔικΕΕ Specsavers και Sparkasse Rot έκρινε ότι η χρήση κίτρινου χρώματος από την εταιρία λεξικών Rosetta, -χρώμα το οποίο έχει επικρατήσει στη Γερμανία για να διακρίνει τα γνωστά λεξικά Langenscheidt- αποτελεί επιβαρυντικό παράγοντα υπέρ της ύπαρξης προσβολής σήματος.

Συμπερασματικά, κάθε υπόθεση σύγκρουσης σημάτων -είτε ασπρόμαυρων, είτε έγχρωμων, είτε σημάτων τα οποία αποτελούνται αποκλειστικά από ένα χρώμα-, είναι ξεχωριστή και η τελική κρίση περί ύπαρξης ή μη προσβολής εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, ένας όμως από τους οποίους μπορεί να είναι η τάση των καταναλωτών να συνδυάζουν μία επιχείρηση με ένα συγκεκριμένο χρώμα.

Αριστείδης Παπαθανασίου, δικηγόρος LL.M.