Δικαστήριο ΕΕ: Όλοι οι χρήστες του internet εν δυνάμει παραβάτες λόγω hyperlinking

Η τελευταία [?] πράξη του δράματος με τίτλο “Υπερσύνδεσμοι και πνευματική ιδιοκτησία” παίχτηκε πρίν λίγες ημέρες όταν το ΔικΕΕ δημοσίευσε την απόφασή του επί της υπόθεσης “GS Media”. Η απόφαση είναι τεράστιας σημασίας καθώς αγγίζει τη λειτουργία του διαδικτύου στον πυρήνα της. Οι υπερσύνδεσμοι είναι η πεμπτουσία της διαδικτυακής επικοινωνίας, και ο ρόλος τους είναι να οδηγούν στο σημείο του παγκόσμιου ιστού, στο οποίο βρίσκεται συγκεκριμένο περιεχόμενο.

Η συζήτηση ως προς το αν οι υπερσύνδεσμοι [hyperlinks] θα πρέπει να αφορούν το δίκαιο πνευματικής ιδιοκτησίας -και με ποιον τρόπο- αποτέλεσε τα τελευταία χρόνια πεδίο θερμών συζητήσεων και αντιπαραθέσεων.

Η προηγούμενη νομολογία

Ενώ η σημαντικότερη απόφαση δικαστηρίου κράτους-μέλους [Ανώτατο Ακυρωτικό Γερμανίας, απόφαση “Paperboy”] έκρινε ότι το hyperlinking σαν πράξη δεν ενδιαφέρει το δίκαιο πνευματικής ιδιοκτησίας, για το λόγο ότι δεν επικοινωνεί ούτε αναμεταδίδει το έργο, το ΔικΕΕ στην απόφαση – σταθμό “Svensson” έλαβε διαφορετική θέση. Ενέταξε το hyperlinking στις πράξεις που μπορούν να παραβιάζουν το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας, αρκεί το προστατευόμενο περιεχόμενο, στο οποίο οδηγεί ο υπερσύνδεσμος, να μην ήταν ήδη ελεύθερα προσβάσιμο στο διαδίκτυο, με τη συναίνεση του δικαιούχου. Εφ’ όσον δηλαδή κάθε χρήστης του διαδικτύου μπορούσε να έχει ήδη πρόσβαση στο περιεχόμενο, η θέση του υπερσυνδέσμου, ως ενδιάμεση πράξη, δεν παρουσιάζει το έργο σε “νέο” κοινό σε σχέση με αυτό που είχε υπολογίσει ο δικαιούχος, έτσι ώστε να απαιτείται η περαιτέρω συναίνεσή του. Με άλλα λόγια, αν το έργο “ανέβηκε” στο διαδίκτυο με τη συναίνεση του δικαιούχου και χωρίς περιορισμούς [πχ paywall, συνδρομή], τότε τα links σε αυτό είναι νόμιμα ενώ σε αντίθετη περίπτωση παράνομα.

Τη θέση αυτή επανέλαβε το ΔικΕΕ και στην απόφασή του επί της υπόθεσης “Bestwater”, με την οποία έκρινε ότι την ίδια νομική αντιμετώπιση με το hyperlinking πρέπει να λάβει και το framing [Βλ. το post του lawgrip για την απόφαση Bestwater εδώ].

Η νομική αντιμετώπιση του hyperlinking από τις δύο αυτές αποφάσεις είναι όμως ελλιπής. Και αυτό γιατί αμφότερες αφορούν τη θέση υπερσυνδέσμου προς νόμιμο περιεχόμενο, προς περιεχόμενο δηλαδή που υπάρχει ήδη online με την άδεια του δικαιούχου. Αφήνουν όμως αναπάντητο το ερώτημα αν ο υπερσύνδεσμος οδηγεί σε παράνομο περιεχόμενο, δηλαδή σε περιεχόμενο που έχει “ανέβει” στο διαδίκτυο χωρίς την άδεια του δικαιούχου. Το internet βρίθει ιστοσελίδων που δίνουν τη δυνατότητα στο χρήστη να κάνει download ή streaming πειρατικού υλικού (πχ. κινηματογραφικές ταινίες, μουσική, e-books κλπ).

Την απάντηση ήρθε να δώσει το Δικαστήριο με την απόφαση επί της υπόθεσης “GS Media”.

Σύντομο ιστορικό της υπόθεσης GS Media

Η ολλανδική εταιρία λειτουργεί το δημοφιλές σκανδαλοθηρικό site “Geenstijl”. Σε ένα από τα δημοσιεύματα συμπεριέλαβε hyperlink προς την πλατφόρμα Filefactory.com, στην οποία είχαν “ανέβει” και παρουσιάζονταν στο κοινό αισθησιακές φωτογραφίες της Britt Dekker, μοντέλου από την Ολλανδία. Δικαιούχος του περιουσιακού δικαιώματος επί των φωτογραφιών είναι η εταιρία - εκδότης του περιοδικού Playboy, η οποία δεν είχε δώσει την άδειά της για την παρουσίαση των φωτογραφιών στο κοινό μέσω internet, στο Filefactory.com ή σε οποιαδήποτε άλλη filehosting υπηρεσία. Η Playboy, αφού ζήτησε την απομάκρυνση των υπερσυνδέσμων χωρίς αποτέλεσμα, άσκησε αγωγή κατά της GS Media. Η υπόθεση έφτασε μέχρι το ολλανδικό Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, το οποίο απέστειλε στο ΔικΕΕ προδικαστικό ερώτημα σχετικά με το αν το hyperlinking προς ελεύθερα προσβάσιμη ιστοσελίδα, στην οποία παρουσιάζεται στο κοινό έργο χωρίς την άδεια του δικαιούχου, συνιστά πράξη που παραβιάζει το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας [συγκεκριμένα το άρθρο 3 παρ. 1 της Οδηγίας Infosoc].

Η απόφαση

Όπως αναμενόταν το Δικαστήριο έκρινε ότι το hyperlinking σε παράνομο περιεχόμενο προσβάλλει κατ’ αρχήν το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας. Αυτή θα μπορούσε να είναι η μόνη -συνεπής προς την προηγούμενη νομολογία του- κρίση του Δικαστηρίου [την εξέλιξη αυτή είχε εξετάσει ο γράφων στα ΧρΙΔ 2014, 135, σχολιάζοντας την απόφαση Svensson].

Παρ’ όλα αυτά το Δικαστήριο, αντιλαμβανόμενο ότι μια τέτοια γενική διατύπωση θα είχε δυσμενέστατες συνέπειες ως προς τις ελευθερίες έκφρασης και πληροφόρησης και λαμβάνοντας υπόψη την πρακτική αδυναμία του απλού χρήστη του internet να ελέγχει το νόμιμο ή μη της παρουσίασης του περιεχομένου προς το οποίο επιθυμεί να θέσει υπερσύνδεσμο, προσπάθησε να περιορίσει τον αρνητικό αντίκτυπο της απόφασης διακρίνοντας ανάμεσα σε κερδοσκοπική και μη δραστηριότητα του θέτοντος τον υπερσύνδεσμο. Ειδικότερα σύμφωνα με το Δικαστήριο:

Α. Αν ο θέτων τον υπερσύνδεσμο δεν αποσκοπεί σε οικονομικά ωφέλη, κρίσιμο στοιχείο για το παράνομο ή μη της πράξης του είναι το αν γνώριζε ή μπορούσε εύλογα [όφειλε?] να γνωρίζει ότι το περιεχόμενο στο οποίο οδηγεί ο υπερσύνδεσμος έχει δημοσιευθεί στο internet χωρίς άδεια του δικαιούχου. Επί θετικής απάντησης θα ευθύνεται για παραβίαση του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας ενώ επί αρνητικής απάντησης όχι.

Β. Αν ο θέτων τον υπερσύνδεσμο αποσκοπεί σε οικονομικά ωφέλη, ευλόγως αναμένεται ότι αυτός έχει προβεί στους απαραίτητους ελέγχους σχετικά με τη νομιμότητα της δημοσίευσης στην οποία οδηγεί ο υπερσύνδεσμος, έτσι ώστε να εισάγεται από το Δικαστήριο μαχητό τεκμήριο γνώσης του παρανόμου (!!!), το οποίο θα πρέπει να ανατρέψει ο εναγόμενος.

Σκέψεις

Η απόφαση GS Media είναι αποτέλεσμα της -παγιωμένης πλέον- επιλογής του Δικαστηρίου να χαρακτηρίζει το hyperlinking ως πράξη που μπορεί να συνιστά παρουσίαση του έργου στο κοινό. Η θέση αυτή, η οποία έχει επικριθεί έντονα, ως καταστροφική για τη λειτουργία του διαδικτύου  [σημ: ο Γενικός Εισαγγελέας στις προτάσεις του επί της υπόθεσης πήρε τη θέση ότι οι υπερσύνδεσμοι δεν επικοινωνούν ήδη ελεύθερα προσβάσιμα έργα], ανάγκασε το Δικαστήριο να δημιουργήσει ένα περίπλοκο σχήμα ευθύνης, σύμφωνα με το οποίο το παράνομο θα κρίνεται ανά περίπτωση και αφού ληφθούν υπόψη ο κερδοσκοπικός ή μη χαρακτήρας του hyperlinking και η γνώση της έλλειψης άδειας για την αρχική παρουσίαση. Δημιουργείται μεγάλη ανασφάλεια όταν ακόμα και ο απλός χρήστης θα μπορούσε να βρεθεί υπόλογος για έναν σύνδεσμο που έθεσε στην σελίδα του. Διευκρίνιση χρειάζεται επίσης η έννοια των οικονομικών ωφελειών. Ποιες είναι αυτές; Πρέπει να είναι άμεσες ή αρκούν και οι έμμεσες; 

Ιδιαίτερα αμφιλεγόμενη είναι τέλος η θέσπιση μαχητού τεκμηρίου γνώσης. Σε πρώτο επίπεδο δημιουργείται το δογματικό ερώτημα, αν το Δικαστήριο μπορεί να εισάγει τέτοια μαχητά τεκμήρια. Σε δεύτερο επίπεδο ερευνητέα είναι η επίδραση που θα έχει ένα τέτοιο τεκμήριο ειδικά στον χώρο των online ΜΜΕ. Φαίνεται ότι η επιβάρυνση των -επαγγελματιών- online εκδοτών με την απόδειξη της μη γνώσης του παρανόμου, αποτελεί σοβαρό αντικίνητρο για τη θέση υπερσυνδέσμων, δηλαδή για τη διάδοση της πληροφορίας μέσω Internet.

UPDATE: Η πρώτη εφαρμογή της GS Media σε εθνικό επίπεδο έρχεται από τη Γερμανία. Το Πρωτοδικείο του Αμβούργου με την 310 Ο 402/16 απόφασή του έκρινε ότι η μέσω υπερσυνδέσμου παρουσίαση στο κοινό τροποποιημένης φωτογραφίας -καθ' υπέρβαση άδειας Creative Commons- είναι παράνομη και ότι η γνώση του παρανόμου τεκμαίρεται λόγω διάγνωσης σκοπού αποκόμισης οικονομικού οφέλους. Το οικονομικό όφελος δεν απαιτείται να σκοπείται άμεσα από τη θέση του υπερσυνδέσμου per se. Αρκεί η ιστοσελίδα να έχει γενικώς εμπορικό/οικονομικό σκοπό. Το τελευταίο αυτό πόρισμα δίνει απάντηση στον διατυπωθέντα ανωτέρω προβληματισμό σχετικά με τη άμεση ή έμμεση φύση των οικονομικών ωφελειών που τίθενται από την GS Media ως προϋπόθεση ενεργοποίησης του τεκμηρίου γνώσης του παρανόμου. Περισσότερες πληροφορίες για την απόφαση του Πρωτοδικείου του Αμβούργου βρίσκετε εδώ.

Γιάννος Παραμυθιώτης, Δικηγόρος LL.M. [follow: @Paramythiotis_Y]