Υπόθεση Christie's: Αμοιβή δημιουργού για τη μεταπώληση εικαστικών του έργων. Μπορεί να βαρύνεται ο αγοραστής;

Auction Room, Christie's, by Thomas Rowlandson (1756–1827) and Augustus Charles Pugin (1762–1832) (after) John Bluck (fl. 1791–1819), Joseph Constantine Stadler (fl. 1780–1812), Thomas Sutherland (1785–1838), J. Hill, and Harraden (aquatint engravers)

Auction Room, Christie's, by Thomas Rowlandson (1756–1827) and Augustus Charles Pugin (1762–1832) (after) John Bluck (fl. 1791–1819), Joseph Constantine Stadler (fl. 1780–1812), Thomas Sutherland (1785–1838), J. Hill, and Harraden (aquatint engravers)

Με τον καθορισμό του βαρυνόμενου την αμοιβή για το δικαίωμα παρακολούθησης του δημιουργού [droit de suite] ασχολήθηκε το ΔικΕΕ στην πρόσφατη απόφασή του Christies France.

Το δικαίωμα παρακολούθησης [Οδηγία 84/2001 και άρθρο 5 ν.2121/1993] συνίσταται στην απαίτηση του δημιουργού εικαστικών έργων να λαμβάνει ποσοστιαία αμοιβή από κάθε μεταπώληση του πρωτότυπου υλικού φορέα που ενσωματώνει το έργο του. Υλικοί φορείς των οποίων η μεταπώληση δημιουργεί την απαίτηση είναι πίνακες, τα κολάζ, τα έργα ζωγραφικής, τα σχέδια, οι εικόνες χαρακτικής, χαλκογραφίες και λιθογραφίες, τα γλυπτά, τα εργόχειρα χαλιά τοίχου (ταπισερί), τα κεραμικά και έργα υαλουργίας και οι φωτογραφίες, εφόσον τα έργα αυτά έχουν δημιουργηθεί εξ ολοκλήρου από τον δημιουργό ή πρόκειται για αντίτυπα που θεωρούνται ως πρωτότυπα έργα τέχνης. Το δικαίωμα είναι αναπαλλοτρίωτο ενώ ο δημιουργός δεν μπορεί να παραιτηθεί από αυτό. Η απαίτηση γεννάται μόνο σε περίπτωση μεταπώλησης σε εμπορική κλίμακα, εξαιρούνται δηλαδή οι μεταβιβάσεις μεταξύ ιδιωτών. Παρατηρείται ότι το δικαίωμα έχει ενοχικό χαρακτήρα, δεν παράγει δηλαδή απόλυτη ενέργεια. Ο δημιουργός δεν μπορεί να απαγορεύσει τη μεταπώληση, εφ' όσον το δικαίωμα διανομής του έχει αναλωθεί με την πρώτη μεταβίβαση, δικαιούται απλώς ποσοστιαίας αμοιβής. Το ύψος του ποσοστού καθορίζεται από το νόμο και βαίνει μειούμενο όσο ανεβαίνει το τίμημα της μεταπώλησης. Το ύψος της αμοιβής δεν μπορεί όμως να ξεπεράσει τα 12.500 ευρώ. 

Είναι προφανές ότι το δικαίωμα παρακολούθησης λειτουργεί προστατευτικά απέναντι στο δημιουργό, ο οποίος λαμβάνοντας -συχνά χαμηλή- κατ' αποκοπή αμοιβή για την πρώτη πώληση του έργου του, πχ. ενός πίνακα ζωγραφικής, μπορεί έτσι να συμμετέχει στην περαιτέρω οικονομική εκμετάλλευσή του, δικαίωμα που έχει κυρίως σημασία όταν το μοναδικής ενσωμάτωσης έργο αποκτά όλο και μεγαλύτερη αξία με την πάροδο του χρόνου. 

Η υπόθεση που έφτασε στο ΔικΕΕ αφορά το ειδικότερο θέμα του ποιος βαρύνεται την αμοιβή που πηγάζει από τη δικαίωμα παρακολούθησης. Σύμφωνα με το α.1 παρ. 4 της οδηγίας [αλλά και το α. 5 παρ. 1 του ελληνικού νόμου] υπόχρεος καταβολής είναι ο πωλητής ενώ με ειδική ρύθμιση θα μπορούσε να ευθύνεται και ο ενδιάμεσος επαγγελματίας [πχ ο οίκος δημοπρασίας]. 

Στους γενικούς όρους πωλήσεως ο γνωστός οίκος δημοπρασιών Christies έχει περιλάβει μία ρήτρα, σύμφωνα με την οποία, θα εισπράττει από τον αγοραστή το ποσό που αντιστοιχεί στο δικαίωμα παρακολούθησης στο όνομα και για λογαριασμό του πωλητή και στην συνέχεια θα το καταβάλλει στο δημιουργό ή στον οργανισμό συλλογικής διαχείρισης του οποίου ο δημιουργός είναι μέλος. Επί της ουσίας ο Christie's μετακυλίει συμβατικά το κόστος του δικαιώματος παρακολούθησης στον αγοραστή. Η SNA, επαγγελματική ένωση της οποίας τα μέλη ασκούν τις δραστηριότητές τους στην ίδια αγορά με αυτήν της Christie’s και ανταγωνίζονται, με τον τρόπο αυτόν, κατά την εν λόγω ένωση, την Christie's, άσκησε αγωγή στα γαλλικά δικαστήρια ζητώντας να κηρυχθεί άκυρη η εν λόγω ρήτρα λόγω αθέμιτου ανταγωνισμού κατά παράβαση της διάταξης του γαλλικού κώδικα διανοητικής ιδιοκτησίας που ενσωμάτωσε την οδηγία στη γαλλική έννομη τάξη. Η υπόθεση έφτασε μέχρι το Ανώτατο Ακυρωτικό της Γαλλίας, το οποίο απέστειλε στο ΔικΕΕ το εξής ερώτημα:

«Έχει ο κανόνας του άρθρου 1, παράγραφος 4, της οδηγίας 2001/84, ο οποίος επιβάλλει στον πωλητή την απορρέουσα από το δικαίωμα παρακολουθήσεως υποχρέωση καταβολής ποσοστών, την έννοια ότι ο εν λόγω πωλητής φέρει οριστικά το σχετικό κόστος χωρίς δυνατότητα συμβατικής παρεκκλίσεως;» 

Το ΔικΕΕ έδωσε την αυτονόητη απάντηση, ότι δηλαδή η οποιαδήποτε συμβατική ρύθμιση προβλέπει ότι ο αγοραστής επιβαρύνεται με το κόστος του δικαιώματος παρακολούθησης δεν απαλλάσσει τον πωλητή από την υποχρέωση καταβολής έναντι του δημιουργού, η οποία υποχρέωση θεμελιώνεται στην οδηγία. Πράγματι ακόμα και με την ύπαρξη εν ισχύ τέτοιας ρήτρας η αμοιβή για το δικαίωμα παρακολούθησης καταβάλλεται στον δημιουργό και πάλι από τον πωλητή [μέσω του οίκου, που εισπράττει από τον αγοραστή και αποδίδει στο όνομα και για λογαριασμό του πωλητή]. Ο σκοπός της ρύθμισης είναι να ορίσει ποιος θα καταβάλλει στον δημιουργό, όχι ποιου η περιουσία θα ελαττωθεί. Αν ο δημιουργός δεν πληρωθεί για τη μεταπώληση, θα έχει εκ του νόμου αγώγιμη αξίωση κατά του πωλητή και όχι κατά του αγοραστή. Αν ο αγοραστής δεν καταβάλει θα γεννηθεί εναντίον του αγώγιμη αξίωση εκ της συμβάσεως του με τον οίκο δημοπρασιών. Η τελική απάντηση του ΔικΕΕ στο ερώτημα έχει ως εξής:

Το άρθρο 1, παράγραφος 4, της οδηγίας 2001/84/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Σεπτεμβρίου 2001, σχετικά με το δικαίωμα παρακολούθησης υπέρ του δημιουργού ενός πρωτότυπου έργου τέχνης, έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται στη δυνατότητα του έχοντος την υποχρέωση καταβολής ποσοστών βάσει του δικαιώματος παρακολουθήσεως, προσδιοριζόμενου από την εθνική νομοθεσία, είτε αυτός είναι ο πωλητής είτε ένας επαγγελματίας της αγοράς έργων τέχνης που παρεμβαίνει στην εμπορική συναλλαγή, να συμφωνεί με κάθε άλλο πρόσωπο, περιλαμβανομένου του αγοραστή, ότι αυτό θα φέρει οριστικώς, εν όλω ή εν μέρει, το κόστος της καταβολής των σχετικών ποσοστών στον δημιουργό, στο πλαίσιο του δικαιώματος παρακολουθήσεως, καθόσον μια τέτοια συμβατική ρήτρα ουδόλως επηρεάζει τις υποχρεώσεις και την ευθύνη του βαρυνόμενου με την υποχρέωση καταβολής ποσοστών στον δημιουργό.

[Αναλυτικά για το δικαίωμα παρακολούθησης και την οδηγία 84/2001 βλ. Καλλινίκου, Το δικαίωμα παρακολούθησης και η Κοινοτική Οδηγία 2001/84, ΧρΙΔ 2002, 481 και Σταματούδη, Το δικαίωμα παρακολούθησης και η Οδηγία 2001/84/ΕΚ, ΝοΒ 2004, 883]

Γιάννος Παραμυθιώτης, LL.M. [follow: @Paramythiotis_Y]

ΔικΕΕ C-516/13 Dimensione Direct Sales: Περιεχόμενο δικαιώματος διανομής - Πρόταση Γενικού Εισαγγελέα

Η Knoll International SpA είναι ιταλική εταιρία εμπορίας επίπλων, αποκλειστική δικαιούχος των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας που απορρέουν από σχέδια επίπλων Bauhaus. Η Knoll άσκησε αγωγή κατά της Dimensione Direct Sales, επίσης ιταλικής εταιρίας, ενώπιον των γερμανικών δικαστηρίων, με την οποία ισχυρίζεται ότι η τελευταία κατά τα έτη 2005 και 2006 διαφήμισε και προσέφερε προς πώληση στη Γερμανία αντίγραφα των επίπλων επί των οποίων η ίδια έχει αποκλειστικά δικαιώματα, προσέβαλε δηλαδή το δικαίωμα διανομής της.

Το ανώτατο ακυρωτικό της Γερμανίας (BGH) απέστειλε ερώτημα στο ΔικΕΕ με το οποίο ζητά επί της ουσίας να διευκρινιστεί αν το άρθρο 4 παρ. 1 της οδηγίας Infosoc έχει την έννοια ότι μπορεί να υπάρξει παραβίαση του δικαιώματος διανομής χωρίς να υπάρχει παράνομη μεταβίβαση κυριότητας επί αντιγράφων των προστατευόμενων έργων, μόνο λόγω της προσφοράς προς πώληση των αντιγράφων. Υπενθυμίζεται σε αυτό το σημείο ότι ως πράξη διανομής σύμφωνα με τη νομολογία του ΔικΕΕ έχει οριστεί η πράξη που συνεπάγεται μεταβίβαση της κυριότητας επί υλικού φορέα που ενσωματώνει το προστατευόμενο έργο.  

Καρέκλα Bauhaus

Καρέκλα Bauhaus

Ο Γενικός Εισαγγελέας Pedro Cruz Villalón με την πρότασή του καταλήγει ότι για να υπάρξει παραβίαση του δικαιώματος διανομής δεν απαιτείται να διαπιστωθεί παράνομη πώληση αντιγράφων των προστατευόμενων έργων αλλά αρκεί να έχουν τελεστεί προπαρασκευαστικές της πώλησης πράξεις. Τέτοια προπαρασκευαστική πράξη είναι η μέσω ιστοσελίδας προσφορά προς πώληση των αντιγράφων. 

Εφ' όσον η άποψη αυτή ακολουθηθεί και από το Δικαστήριο θα πρόκειται για μία απόφαση προς όφελος των δικαιούχων, οι οποίοι δεν θα υποχρεούνται να αποδεικνύουν την εν τοις πράγμασι παράνομη πώληση αντιγράφων για να ζητήσουν έννομη προστασία αλλά θα αρκεί η απόδειξη του γεγονότος ότι ο υπαίτιος έχει προβεί σε πράξεις προσφοράς προς πώληση αντιγράφων, από τις οποίες προκύπτει σημαντική πιθανότητα να έχουν πραγματοποιηθεί ή να πραγματοποιηθούν πωλήσεις. Το δικαίωμα διανομής διευρύνεται κατ΄αυτόν τον τρόπο και περιλαμβάνει πράξεις που προηγούνται της πώλησης, ακόμα και αν αυτή δεν έλαβε χώρα τελικά.

Δυστυχώς ο Γενικός Εισαγγελέας κηρύσσει απαράδεκτο και δεν απαντάει στο πιο ενδιαφέρον ίσως ερώτημα που θέτει το BGH, αν δηλαδή το δικαίωμα διανομής προσβάλλουν όχι μόνο πράξεις προσφοράς προς πώληση αλλά και οι διαφημιστικές στον Τύπο πράξεις. Σχετικά θα μπορούσε βέβαια να αναρωτηθεί αν μπορεί να υπάρξει διαφημιστική ενέργεια χωρίς αυτή να συνοδεύεται από την με κάποιο τρόπο προσφορά προς πώληση των αντιγράφων, η οποία, αν γίνουν δεκτά τα ανωτέρω από το ΔικΕΕ, συνιστά παραβίαση του δικαιώματος διανομής.

Γιάννος Παραμυθιώτης, LL.M. [follow: @Paramythiotis_Y]