Δικαστήριο ΕΕ: Όλοι οι χρήστες του internet εν δυνάμει παραβάτες λόγω hyperlinking

Η τελευταία [?] πράξη του δράματος με τίτλο “Υπερσύνδεσμοι και πνευματική ιδιοκτησία” παίχτηκε πρίν λίγες ημέρες όταν το ΔικΕΕ δημοσίευσε την απόφασή του επί της υπόθεσης “GS Media”. Η απόφαση είναι τεράστιας σημασίας καθώς αγγίζει τη λειτουργία του διαδικτύου στον πυρήνα της. Οι υπερσύνδεσμοι είναι η πεμπτουσία της διαδικτυακής επικοινωνίας, και ο ρόλος τους είναι να οδηγούν στο σημείο του παγκόσμιου ιστού, στο οποίο βρίσκεται συγκεκριμένο περιεχόμενο.

Η συζήτηση ως προς το αν οι υπερσύνδεσμοι [hyperlinks] θα πρέπει να αφορούν το δίκαιο πνευματικής ιδιοκτησίας -και με ποιον τρόπο- αποτέλεσε τα τελευταία χρόνια πεδίο θερμών συζητήσεων και αντιπαραθέσεων.

Η προηγούμενη νομολογία

Ενώ η σημαντικότερη απόφαση δικαστηρίου κράτους-μέλους [Ανώτατο Ακυρωτικό Γερμανίας, απόφαση “Paperboy”] έκρινε ότι το hyperlinking σαν πράξη δεν ενδιαφέρει το δίκαιο πνευματικής ιδιοκτησίας, για το λόγο ότι δεν επικοινωνεί ούτε αναμεταδίδει το έργο, το ΔικΕΕ στην απόφαση – σταθμό “Svensson” έλαβε διαφορετική θέση. Ενέταξε το hyperlinking στις πράξεις που μπορούν να παραβιάζουν το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας, αρκεί το προστατευόμενο περιεχόμενο, στο οποίο οδηγεί ο υπερσύνδεσμος, να μην ήταν ήδη ελεύθερα προσβάσιμο στο διαδίκτυο, με τη συναίνεση του δικαιούχου. Εφ’ όσον δηλαδή κάθε χρήστης του διαδικτύου μπορούσε να έχει ήδη πρόσβαση στο περιεχόμενο, η θέση του υπερσυνδέσμου, ως ενδιάμεση πράξη, δεν παρουσιάζει το έργο σε “νέο” κοινό σε σχέση με αυτό που είχε υπολογίσει ο δικαιούχος, έτσι ώστε να απαιτείται η περαιτέρω συναίνεσή του. Με άλλα λόγια, αν το έργο “ανέβηκε” στο διαδίκτυο με τη συναίνεση του δικαιούχου και χωρίς περιορισμούς [πχ paywall, συνδρομή], τότε τα links σε αυτό είναι νόμιμα ενώ σε αντίθετη περίπτωση παράνομα.

Τη θέση αυτή επανέλαβε το ΔικΕΕ και στην απόφασή του επί της υπόθεσης “Bestwater”, με την οποία έκρινε ότι την ίδια νομική αντιμετώπιση με το hyperlinking πρέπει να λάβει και το framing [Βλ. το post του lawgrip για την απόφαση Bestwater εδώ].

Η νομική αντιμετώπιση του hyperlinking από τις δύο αυτές αποφάσεις είναι όμως ελλιπής. Και αυτό γιατί αμφότερες αφορούν τη θέση υπερσυνδέσμου προς νόμιμο περιεχόμενο, προς περιεχόμενο δηλαδή που υπάρχει ήδη online με την άδεια του δικαιούχου. Αφήνουν όμως αναπάντητο το ερώτημα αν ο υπερσύνδεσμος οδηγεί σε παράνομο περιεχόμενο, δηλαδή σε περιεχόμενο που έχει “ανέβει” στο διαδίκτυο χωρίς την άδεια του δικαιούχου. Το internet βρίθει ιστοσελίδων που δίνουν τη δυνατότητα στο χρήστη να κάνει download ή streaming πειρατικού υλικού (πχ. κινηματογραφικές ταινίες, μουσική, e-books κλπ).

Την απάντηση ήρθε να δώσει το Δικαστήριο με την απόφαση επί της υπόθεσης “GS Media”.

Σύντομο ιστορικό της υπόθεσης GS Media

Η ολλανδική εταιρία λειτουργεί το δημοφιλές σκανδαλοθηρικό site “Geenstijl”. Σε ένα από τα δημοσιεύματα συμπεριέλαβε hyperlink προς την πλατφόρμα Filefactory.com, στην οποία είχαν “ανέβει” και παρουσιάζονταν στο κοινό αισθησιακές φωτογραφίες της Britt Dekker, μοντέλου από την Ολλανδία. Δικαιούχος του περιουσιακού δικαιώματος επί των φωτογραφιών είναι η εταιρία - εκδότης του περιοδικού Playboy, η οποία δεν είχε δώσει την άδειά της για την παρουσίαση των φωτογραφιών στο κοινό μέσω internet, στο Filefactory.com ή σε οποιαδήποτε άλλη filehosting υπηρεσία. Η Playboy, αφού ζήτησε την απομάκρυνση των υπερσυνδέσμων χωρίς αποτέλεσμα, άσκησε αγωγή κατά της GS Media. Η υπόθεση έφτασε μέχρι το ολλανδικό Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, το οποίο απέστειλε στο ΔικΕΕ προδικαστικό ερώτημα σχετικά με το αν το hyperlinking προς ελεύθερα προσβάσιμη ιστοσελίδα, στην οποία παρουσιάζεται στο κοινό έργο χωρίς την άδεια του δικαιούχου, συνιστά πράξη που παραβιάζει το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας [συγκεκριμένα το άρθρο 3 παρ. 1 της Οδηγίας Infosoc].

Η απόφαση

Όπως αναμενόταν το Δικαστήριο έκρινε ότι το hyperlinking σε παράνομο περιεχόμενο προσβάλλει κατ’ αρχήν το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας. Αυτή θα μπορούσε να είναι η μόνη -συνεπής προς την προηγούμενη νομολογία του- κρίση του Δικαστηρίου [την εξέλιξη αυτή είχε εξετάσει ο γράφων στα ΧρΙΔ 2014, 135, σχολιάζοντας την απόφαση Svensson].

Παρ’ όλα αυτά το Δικαστήριο, αντιλαμβανόμενο ότι μια τέτοια γενική διατύπωση θα είχε δυσμενέστατες συνέπειες ως προς τις ελευθερίες έκφρασης και πληροφόρησης και λαμβάνοντας υπόψη την πρακτική αδυναμία του απλού χρήστη του internet να ελέγχει το νόμιμο ή μη της παρουσίασης του περιεχομένου προς το οποίο επιθυμεί να θέσει υπερσύνδεσμο, προσπάθησε να περιορίσει τον αρνητικό αντίκτυπο της απόφασης διακρίνοντας ανάμεσα σε κερδοσκοπική και μη δραστηριότητα του θέτοντος τον υπερσύνδεσμο. Ειδικότερα σύμφωνα με το Δικαστήριο:

Α. Αν ο θέτων τον υπερσύνδεσμο δεν αποσκοπεί σε οικονομικά ωφέλη, κρίσιμο στοιχείο για το παράνομο ή μη της πράξης του είναι το αν γνώριζε ή μπορούσε εύλογα [όφειλε?] να γνωρίζει ότι το περιεχόμενο στο οποίο οδηγεί ο υπερσύνδεσμος έχει δημοσιευθεί στο internet χωρίς άδεια του δικαιούχου. Επί θετικής απάντησης θα ευθύνεται για παραβίαση του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας ενώ επί αρνητικής απάντησης όχι.

Β. Αν ο θέτων τον υπερσύνδεσμο αποσκοπεί σε οικονομικά ωφέλη, ευλόγως αναμένεται ότι αυτός έχει προβεί στους απαραίτητους ελέγχους σχετικά με τη νομιμότητα της δημοσίευσης στην οποία οδηγεί ο υπερσύνδεσμος, έτσι ώστε να εισάγεται από το Δικαστήριο μαχητό τεκμήριο γνώσης του παρανόμου (!!!), το οποίο θα πρέπει να ανατρέψει ο εναγόμενος.

Σκέψεις

Η απόφαση GS Media είναι αποτέλεσμα της -παγιωμένης πλέον- επιλογής του Δικαστηρίου να χαρακτηρίζει το hyperlinking ως πράξη που μπορεί να συνιστά παρουσίαση του έργου στο κοινό. Η θέση αυτή, η οποία έχει επικριθεί έντονα, ως καταστροφική για τη λειτουργία του διαδικτύου  [σημ: ο Γενικός Εισαγγελέας στις προτάσεις του επί της υπόθεσης πήρε τη θέση ότι οι υπερσύνδεσμοι δεν επικοινωνούν ήδη ελεύθερα προσβάσιμα έργα], ανάγκασε το Δικαστήριο να δημιουργήσει ένα περίπλοκο σχήμα ευθύνης, σύμφωνα με το οποίο το παράνομο θα κρίνεται ανά περίπτωση και αφού ληφθούν υπόψη ο κερδοσκοπικός ή μη χαρακτήρας του hyperlinking και η γνώση της έλλειψης άδειας για την αρχική παρουσίαση. Δημιουργείται μεγάλη ανασφάλεια όταν ακόμα και ο απλός χρήστης θα μπορούσε να βρεθεί υπόλογος για έναν σύνδεσμο που έθεσε στην σελίδα του. Διευκρίνιση χρειάζεται επίσης η έννοια των οικονομικών ωφελειών. Ποιες είναι αυτές; Πρέπει να είναι άμεσες ή αρκούν και οι έμμεσες; 

Ιδιαίτερα αμφιλεγόμενη είναι τέλος η θέσπιση μαχητού τεκμηρίου γνώσης. Σε πρώτο επίπεδο δημιουργείται το δογματικό ερώτημα, αν το Δικαστήριο μπορεί να εισάγει τέτοια μαχητά τεκμήρια. Σε δεύτερο επίπεδο ερευνητέα είναι η επίδραση που θα έχει ένα τέτοιο τεκμήριο ειδικά στον χώρο των online ΜΜΕ. Φαίνεται ότι η επιβάρυνση των -επαγγελματιών- online εκδοτών με την απόδειξη της μη γνώσης του παρανόμου, αποτελεί σοβαρό αντικίνητρο για τη θέση υπερσυνδέσμων, δηλαδή για τη διάδοση της πληροφορίας μέσω Internet.

UPDATE: Η πρώτη εφαρμογή της GS Media σε εθνικό επίπεδο έρχεται από τη Γερμανία. Το Πρωτοδικείο του Αμβούργου με την 310 Ο 402/16 απόφασή του έκρινε ότι η μέσω υπερσυνδέσμου παρουσίαση στο κοινό τροποποιημένης φωτογραφίας -καθ' υπέρβαση άδειας Creative Commons- είναι παράνομη και ότι η γνώση του παρανόμου τεκμαίρεται λόγω διάγνωσης σκοπού αποκόμισης οικονομικού οφέλους. Το οικονομικό όφελος δεν απαιτείται να σκοπείται άμεσα από τη θέση του υπερσυνδέσμου per se. Αρκεί η ιστοσελίδα να έχει γενικώς εμπορικό/οικονομικό σκοπό. Το τελευταίο αυτό πόρισμα δίνει απάντηση στον διατυπωθέντα ανωτέρω προβληματισμό σχετικά με τη άμεση ή έμμεση φύση των οικονομικών ωφελειών που τίθενται από την GS Media ως προϋπόθεση ενεργοποίησης του τεκμηρίου γνώσης του παρανόμου. Περισσότερες πληροφορίες για την απόφαση του Πρωτοδικείου του Αμβούργου βρίσκετε εδώ.

Γιάννος Παραμυθιώτης, Δικηγόρος LL.M. [follow: @Paramythiotis_Y]

Δικαστήριο ΕΕ: Τα εμπορικά κέντρα μπορεί να ευθύνονται ως ενδιάμεσοι αν καταστήματά τους πωλούν απομιμητικά προϊόντα.

Απαγορεύονται οι "μαϊμούδες"!  photo by  Chris Seward

Απαγορεύονται οι "μαϊμούδες"!

photo by Chris Seward

Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 2004/48/ΕΚ και την επιβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας κρίνεται η προσφάτως εκδοθείσα απόφαση του ΔΕΕ C-494/15 (Tommy Hilfinger Licensing LLC, Urban Trends Trading BV, RADO Uhren AG, Facton Kft., Lacoste SA Burberry Ltd κατά Delta Center a.s.).

Η απόφαση αυτή ουσιαστικά ερμηνεύει συμπληρωματικά με την απόφαση C-324/09 το άρθρο 11 της οδηγίας 2004/48 σχετικά με την επιβολή δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας και διευρύνει την έννοια του «ενδιαμέσου, οι υπηρεσίες του οποίου χρησιμοποιούνται από τρίτο για την προσβολή δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας» κατά του οποίου μπορεί να στραφεί ο δικαιούχος του δικαιώματος σύμφωνα με το άρθρο 11, περίοδος τρίτη της εν λόγω οδηγίας.

Η οδηγία 2004/48 αφορά στην επιβολή δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας και καθορίζει το πλαίσιο εντός του οποίου οι δικαιούχοι αυτών των δικαιωμάτων μπορούν να ζητήσουν από τις αρμόδιες δικαστικές αρχές πληροφορίες για τις προσβολές των δικαιωμάτων τους και τη λήψη μέτρων για την αποτροπή και την απαγόρευση των προσβολών αυτών. Στην απόφαση C-324/09 το ΔΕΕ είχε αποφανθεί μεταξύ άλλων ότι το άρθρο 11, τρίτη περίοδος της οδηγίας «έχει την έννοια ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να διασφαλίζουν ότι τα αρμόδια σε θέματα προστασίας των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας εθνικά δικαιοδοτικά όργανα έχουν την ευχέρεια να διατάσσουν τον ασκούντα εμπόριο μέσω διαδικτυακής αγοράς να λαμβάνει μέτρα προκειμένου όχι μόνο να τίθεται τέρμα στις προσβολές των δικαιωμάτων αυτών εκ μέρους χρηστών της συγκεκριμένης διαδικτυακής αγοράς, αλλά και να προλαμβάνονται νέες προσβολές της ιδίας φύσεως. Οι συναφείς διαταγές πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές, αποτρεπτικές και δεν πρέπει να θέτουν εμπόδια στο νόμιμο εμπόριο». Συνεπώς στην τότε υπό κρίση περίπτωση το εθνικό δικαστήριο του Ηνωμένου Βασιλείου θα μπορούσε να διατάξει τον διαδικτυακό τόπο eBay - μέσω του οποίου διατίθεντο τα προϊόντα που προσέβαλαν τα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας της L’ Oreal – να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για όχι μόνο για τον τερματισμό αλλά και για την αποτροπή και πρόληψη τέτοιων προσβολών (βλ. και σκέψη 131-133 της C-324/09).

Σύμφωνα λοιπόν με την απόφαση στην υπόθεση L’ Oreal κατά eBay C-324/09 ο διαχειριστής ενός διαδικτυακού τόπου στον οποίο διατίθενται προϊόντα που προσβάλλουν δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας φέρει ευθύνη και υποχρέωση να συμμορφωθεί με τα μέτρα που θα διαταχθούν από τον εθνικό δικαστή, ανεξάρτητα από τυχόν ίδια ευθύνη σε σχέση με την επίδικη προσβολή. Με την απόφασή του στην υπόθεση Tommy Hilfiger LLC v.  Delta Center (C-494/15) το ΔΕΕ αποφαίνεται ότι την ίδια ευθύνη και υποχρέωση φέρει και ο διαχειριστής-εκμισθωτής ενός εμπορικού κέντρου επεκτείνοντας τα όρια της διάταξης από το ηλεκτρονικό στο αναλογικό εμπόριο.

Σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης Tommy Hilfiger LLC v.  Delta Center,  επώνυμοι οίκοι μόδας όπως οι Tommy Hilfinger, Lacoste και Burberry διαπίστωσαν ότι απομιμήσεις προϊόντων τους διατίθενται προς πώληση στην κλειστή αγορά «Pražská tržnice» στην Πράγα της Τσεχίας και συγκεκριμένα σε σημεία πώλησης που υπεκμίσθωνε η μισθώτρια της αγοράς, Delta Center, σε εμπόρους. Κατόπιν αυτού οι οίκοι μόδας αποτάνθηκαν στα τσεχικά δικαστήρια κατά της Delta Center αιτούμενοι να διαταχθεί η εναγομένη (α) να απέχει από οποιαδήποτε σύναψη ή παράταση συμβάσεων μισθώσεως σημείων πωλήσεως στην εν λόγω κλειστή αγορά με πρόσωπα των οποίων οι ενέργειες έχουν κριθεί τελεσιδίκως από τις δικαστικές ή διοικητικές αρχές ως συνιστώσες προσβολή ή κίνδυνο προσβολής των δικαιωμάτων τα οποία απορρέουν από τα εμπορικά σήματα που αναφέρονται στην αίτηση,

(β) να απόσχει από οποιαδήποτε σύναψη ή παράταση συμβάσεων μισθώσεως, καθόσον οι όροι αυτών δεν περιλαμβάνουν ούτε την υποχρέωση του εμπόρου να απέχει από την προσβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας των αναιρεσειουσών ούτε όρο προβλέποντα ότι η Delta Center δύναται να καταγγείλει τη σύμβαση σε περίπτωση προσβολής ή κινδύνου προσβολής των δικαιωμάτων αυτών, και

(γ)να ζητήσει εγγράφως συγγνώμη, για ορισμένες περιπτώσεις οι οποίες περιγράφονται από τις αναιρεσείουσες, και να δημοσιεύσει, με δικά της έξοδα, στην εφημερίδα Hospodáské noviny σχετικό ανακοινωθέν Τύπου.

Το πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο δικαστήριο της Τσεχίας απέρριψε την αίτηση εκδόσεως δικαστικής διαταγής.  Οι ενάγοντες άσκησαν αναίρεση ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Τσεχίας, το οποίο επεσήμανε ότι η διαφορά θα έπρεπε να λυθεί λαμβάνοντας υπόψιν  την ερμηνεία του άρθρου 11, τρίτη περίοδος της οδηγίας 2004/48, όπως δόθηκε από το ΔΕΕ στην υπόθεση C-329/09 (L’Oreal κατά Ebay). Το Ανώτατο Δικαστήριο όμως παρατήρησε ότι η υπόθεση εκείνη αφορούσε προσβολές δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας σε διαδικτυακή και όχι σε χωροταξικά οριοθετημένη αγορά και για το λόγο αυτό ανέστειλε τη διαδικασία και απέστειλε τα εξής προδικαστικά ερωτήματα προς το ΔΕΕ:

1. Είναι ο μισθωτής χώρων αγοράς, ο οποίος διαθέτει σε διάφορους εμπόρους πάγκους και σημεία πωλήσεως στα οποία μπορούν να τοποθετηθούν πάγκοι, ενδιάμεσος οι υπηρεσίες του οποίου χρησιμοποιούνται από τρίτον για την προσβολή δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας υπό την έννοια του άρθρου 11 της οδηγίας 2004/48;

2. Μπορούν να ληφθούν κατά του μισθωτή χώρων αγοράς, ο οποίος διαθέτει σε διάφορους εμπόρους πάγκους και σημεία πωλήσεως, στα οποία μπορούν να τοποθετηθούν πάγκοι, τα μέτρα του άρθρου 11 της οδηγίας 2004/48 υπό τις ίδιες προϋποθέσεις με εκείνες που έθεσε το Δικαστήριο [με την απόφασή της 12ης Ιουλίου 2011 στην υπόθεση C-324/09, L’Oréal κ.λπ., C-324/09, EU:C:2011:474] όσον αφορά την λήψη των ως άνω μέτρων κατά υπευθύνων διαδικτυακής αγοράς;»

 Το ΔΕΕ έδωσε θετική απάντηση ως προς το πρώτο ερώτημα και θεώρησε την Delta Center ενδιάμεσο, παραπέμποντας σε προηγούμενες αποφάσεις του (LSG- Gesellschaft zur Wahrnehmung von Leistungsschutzrechten, C-557/07 και UPC Telekabel Wien, C-314/12), οι οποίες όριζαν ότι ως προς το ηλεκτρονικό εμπόριο «φορέας παροχής προσβάσεως στο διαδίκτυο ο οποίος επιτρέπει στον πελάτη μόνον την πρόσβαση στο διαδίκτυο χωρίς ούτε να προσφέρει άλλες υπηρεσίες ούτε να ασκεί έλεγχο παρέχει υπηρεσία δυνάμενη να χρησιμοποιηθεί από τρίτον για την προσβολή δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας και πρέπει να χαρακτηριστεί ενδιάμεσος» (σκέψη 25). Επεσήμανε δε ότι «εάν η διάθεση σημείων πωλήσεως αφορά διαδικτυακή αγορά ή πραγματική αγορά, όπως μια κλειστή αγορά, δεν ασκεί, συναφώς, επιρροή. Πράγματι, δεν προκύπτει από την οδηγία 2004/48 ότι το πεδίο εφαρμογής της περιορίζεται στο ηλεκτρονικό εμπόριο» (σκέψη 29).

Ως προς το δεύτερο ερώτημα το ΔΕΕ επεσήμανε καταρχήν ότι όπως ορίζει σχετικά και η απόφαση επί της υποθέσεως L’ Oreal, οι προϋποθέσεις εκδόσεως δικαστικής διαταγής υπό την έννοια του άρθρου 11 περίοδος τρίτη κατά ενδιαμέσου και η ακολουθητέα διαδικασία διέπονται από το εθνικό δίκαιο, το οποίο θα πρέπει να λαμβάνει μέτρα αποτελεσματικά, αποτρεπτικά, δίκαια, αναλογικά αλλά όχι υπέρμετρα επαχθή. Συνεπώς, καταλήγει το ΔΕΕ «δεν μπορεί να απαιτηθεί από τον ενδιάμεσο να ασκεί γενική και μόνιμη εποπτεία των πελατών του. Αντιθέτως, ο ενδιάμεσος μπορεί να υποχρεωθεί να λάβει μέτρα προκειμένου να αποφευχθούν νέες προσβολές της ίδιας φύσεως από τον ίδιο έμπορο» (σκέψη 34). Τονίζει δε ότι η ερμηνεία του άρθρου 11, τρίτη περίοδος, της οδηγίας 2004/48 έγινε υπό το πρίσμα των γενικών διατάξεων του άρθρου 3 της οδηγίας, το οποίο δεν περιορίζει το πεδίο εφαρμογής των μέτρων, διαδικασιών και μέτρων αποκατάστασης της οδηγίας μόνο στη διαδικτυακή αγορά. Για τους λόγους αυτούς το ΔΕΕ έδωσε θετική απάντηση και στο δεύτερο ερώτημα σημειώνοντας ότι «οι προϋποθέσεις της εκδόσεως δικαστικής διαταγής, κατά τη διάταξη αυτή, κατά ενδιαμέσου ο οποίος παρέχει υπηρεσία υπεκμισθώσεως σημείων πωλήσεως σε κλειστή αγορά ταυτίζονται με εκείνες της ενδεχόμενης εκδόσεως δικαστικής διαταγής κατά των ενδιαμέσων σε διαδικτυακή αγορά, όπως αυτές τέθηκαν από το Δικαστήριο στην απόφαση της 12ης Ιουλίου 2011, L’Oréal κ.λπ. (C-324/09)».

 Η εν λόγω απόφαση κρίνεται σημαντική διότι αποσαφηνίζει την έννοια του ενδιαμέσου τρίτου επί του οποίου εφαρμόζεται το άρθρο 11 περίοδος τρίτη της οδηγίας 2004/48 και εκτός διαδικτυακής αγοράς.  Έτσι, θα μπορούσε κάποιος βάσιμα πλέον να υποστηρίξει ότι ο εκμισθωτής, ο οποίος νοείται ως ενδιάμεσος, είναι υποχρεωμένος να συμμορφωθεί με δικαστική διαταγή που απαιτεί να μην εξακολουθήσει να μισθώνει το ακίνητο στον μισθωτή που καταδικάστηκε για προσβολή δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας τρίτου. Η απόφαση αυτή του ΔΕΕ όμως κρίνουμε ότι θα γεννήσει νέα ερωτήματα ως προς την έκταση της έννοιας του ενδιάμεσου στην πραγματική αγορά. Ήδη το Ανώτατο Δικαστήριο της Τσεχίας στην απόφαση περί παραπομπής όπου και έθεσε τα προδικαστικά ερωτήματα, θέτει τον προβληματισμό αυτό αναφέροντας ως παράδειγμα, εάν και άλλοι πάροχοι υπηρεσιών όπως οι πάροχοι ηλεκτρικής ενέργειας θα μπορούσαν να θεωρηθούν ενδιάμεσοι κατά την έννοια του άρθρου 11 της οδηγίας. Το ΔΕΕ όμως έκρινε στη σκέψη 28 ότι στην παρούσα απόφασή του δεν χρειάζεται να αποφανθεί γενικότερα για το αν τέτοιοι πάροχοι θεωρούνται ενδιάμεσοι- αφήνοντας έτσι κατά τη γνώμη μας ανοιχτό το πεδίο για περαιτέρω ερμηνεία και οριοθέτηση του άρθρου 11 από μετέπειτα αποφάσεις του ΔΕΕ. Γεγονός παραμένει όμως ότι η υπερβολική διασταλτική ερμηνεία του όρου «ενδιάμεσος» θα οδηγούσε σε ανισορροπίες μεταξύ της προστασίας της διανοητικής ιδιοκτησίας και της διενέργειας του νόμιμου εμπορίου.

Επιπλέον, ενώ η εν λόγω υπόθεση αφορά στην προσβολή δικαιωμάτων που απορρέουν από εμπορικά σήματα, αναμένεται με ενδιαφέρον το κατά πόσον πρόκειται να εφαρμοσθεί και σε περιπτώσεις προσβολής δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας (για παράδειγμα στην περίπτωση που μισθωτής καταδικασθεί για προσβολή πνευματικής ιδιοκτησίας, θα υποχρεούται ο εκμισθωτής σε καταγγελία της συμβάσεως μίσθωσης;). Προς το παρόν όμως, η απόφαση του ΔΕΕ της 7ης Ιουλίου 2016 στην υπόθεση Tommy Hilfiger LLC κατά  Delta Center φαίνεται ότι θα επαναπροσδιορίσει τις μισθωτικές σχέσεις και την καταγγελία των μισθωτικών συμβάσεων σε περιπτώσεις προσβολής δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας εκ μέρους του μισθωτή.

Ζωή Μαυροσκότη, Δικηγόρος, M.A., Yποψήφια Δ.Ν.

 

πηγές

http://cases.iclr.co.uk/Subscr/Search.aspx

http://curia.europa.eu/juris/liste.jsf?num=C-324/09

http://curia.europa.eu/juris/liste.jsf?num=C-494/15